Εισήγηση: Το εγχείρημα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και η ιστορία

a8

Ολόκληρη η εισήγηση του Γιώργου Μιχαηλίδη, ιστορικού, υπ. διδάκτορα Βαλκανικής ιστορίας, στην 1η μέρα του ιστορικού-θεωρητικού διήμερου, 10 Νοεμβρίου 2018:

Το εγχείρημα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και η ιστορία

Κλείνουμε αυτή την περίοδο έναν αιώνα από την στιγμή που η εργατική πολιτική στην Ελλάδα απέκτησε για πρώτη φορά συλλογική πανελλαδική έκφραση μέσα από την ίδρυση του ΣΕΚΕ, τον πρόδρομο του ΚΚΕ. Το γεγονός αυτό είχε τις ρίζες του στην «εξωτερική επιρροή», στο παγκόσμιο ρεύμα που δημιούργησε η επιτυχία της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, στην ωρίμανση της εργατικής τάξης και των πρωτοπόρων τμημάτων της μαχόμενης διανόησης. Συμπληρώνεται, λοιπόν, ένας αιώνας ηρωικών αγώνων για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης και της εργαζόμενης πλειοψηφίας, ένας αιώνας συλλογικών αγώνων ενάντια στον καπιταλισμό με στόχο τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό, ένας αιώνας προβολής ενός άλλου προτύπου ζωής και οργάνωσης της κοινωνίας τοπικά και περιφερειακά ως τμήμα της παγκόσμιας προσπάθειας των κομμουνιστών για το πέρασμα της ανθρωπότητας από την προϊστορία της εκμετάλλευσης στην αταξική κοινωνία.

Συνολικά, γενικά και πάντοτε στεκόμαστε με τιμή απέναντι στις συλλογικές προσπάθειες αλλά και στους αγωνιστές μεμονωμένα που εξέφρασαν αυτές τις ανάγκες, αυτή την προοπτική. Θέλουμε να μαθαίνουμε τους αγώνες τους, φιλοδοξούμε να διδασκόμαστε από τις επιτυχίες και τα λάθη τους και θέτουμε ως στόχο μας να προχωράμε συνδυάζοντας τη γνώση και την εμπειρία με τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης αλλά και συνολικότερα του ανθρώπου.

Θεωρούμε ότι ο καλύτερος τρόπος για να τιμήσουμε αυτή την επέτειο στη χώρα μας είναι ένα διήμερο με κατεύθυνση την ανασύσταση της εμπειρίας και της γνώσης του παρελθόντος με στόχο μια συμφωνία για τον αναγκαίο εμπλουτισμό -πολιτικά, θεωρητικά και οργανωτικά- του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος με βάση τις σημερινές ανάγκες και δυνατότητες. Με άλλα λόγια η αναφορά μας στην ιστορία του εργατικού κινήματος γίνεται από τη σκοπιά της επαναστατικής πράξης στο σήμερα.

Ο κομμουνισμός ως προοπτική και ως πρόγραμμα γεννήθηκε για να απαντήσει στις προκλήσεις που έφερνε ο βιομηχανικός καπιταλισμός για την πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού και για την ανθρωπότητα. Από τη στιγμή που πρωτοδιατυπώθηκε από τους Μαρξ-Ένγκελς σηματοδότησε την ωρίμανση των συνθηκών για την ανθρωπότητα, ώστε να ξεπεράσει την ιστορική περίοδο των εκμεταλλευτικών κοινωνιών.

Από τη διατύπωση του προγράμματος του κομμουνισμού και τα πρώτα πολιτικά γεγονότα που προκάλεσε στα τέλη του 19ου αιώνα (Κομμούνα, Α’ Διεθνής), η πάλη για τη σοσιαλιστική προοπτική σφράγισε τον σύντομο και πολυτάραχο 20ο αιώνα. Σε όλη τη διάρκειά του σχεδόν, με σημείο τομής τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης, η σοσιαλιστική προοπτική – κι οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που την υποστήριζαν- αναμετριόταν με την καπιταλιστική καθεστηκυία τάξη.

Μέσα από μια ποικιλία μορφών, με συγκεκριμένα όρια, στρεβλώσεις και διαμεσολαβήσεις δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίζουμε τον 20ο αιώνα ως μια τιτάνια μάχη για μια διαφορετική προοπτική της ανθρωπότητας. Μία μάχη η οικουμενικότητα κι η συνειδητότητα της οποίας δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σε αυτή τη συνολική μάχη συνέβαλλαν σημαντικά και οι κομμουνιστικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα με την ίδρυση του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ και έλαβαν αργότερα διάφορες μεταμορφώσεις στην πορεία του προηγούμενου αιώνα. Η ιστορική παρακαταθήκη του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ και των μικρότερων κομμουνιστικών ρευμάτων, η ιστορική παρακαταθήκη των εργατικών αγώνων στην Ελλάδα μας κάνει κοινωνούς και συνεχιστές αυτής της τιτάνιας μάχης.

Βεβαίως, δεν μιλάμε από τη θέση κάποιου εξωτερικού παρατηρητή που ζει χρονικά ή χωρικά μακριά από τις εξελίξεις του 20ου αιώνα και άρα δεν μπορούμε να είμαστε απλά και μόνο γενικά ιστορικά ή μακρο-ιστορικά αισιόδοξοι. Ο 20ος αιώνας έληξε με την ήττα των προσπαθειών ανατροπής και υπέρβασης του καπιταλιστικού εκμεταλλευτικού συστήματος και των μορφών εξουσίας που αυτό επιβάλλει. Παρά τις προσπάθειες, τις αντίστροφες κινήσεις και ορισμένες μερικές επιτυχίες, η εργατική τάξη του αιώνα μας δεν κατάφερε να υψωθεί μέχρι το σημείο να γίνει τάξη για τον εαυτό της. Αν και σε ορισμένες καμπές των γεγονότων και για μικρές περιόδους υπήρξαν υπερβάσεις, συνολικά, η εργατική πολιτική, τόσο σε περιεχόμενο όσο και σε μορφή, δεν κατάφερε να αυτονομηθεί, να διασπαστεί τελικά από την αστική πολιτική. Σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα δεν μπορούμε παρά να ασχοληθούμε σοβαρά, συστηματικά, επιστημονικά και με διάρκεια με την ταυτόχρονα θετική και αρνητική εμπειρία αυτών των αγώνων. Τα εργαλεία που μας έδωσε ο μαρξικός τρόπος σκέψης για την αντιμετώπιση της ανθρώπινης ιστορίας μας δίνουν τη δυνατότητα να γνωρίζουμε ότι, η ιστορία των αγώνων ή ιστορία του αγώνα της εργατικής τάξης για τη μη-εκμεταλλευτική κοινωνία του σοσιαλισμού/κομμουνισμού δεν έχει τελειώσει, κάτι που άλλωστε αναγκάζονται πλέον να ομολογήσουν και οι μεγάλοι προφήτες του “τέλους της ταξικής πάλης, του τέλους της ιστορίας”. Επομένως, η ιστορική αποτίμηση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος δεν συνιστά για μας μια ακαδημαϊκή ενασχόληση. Αντιθέτως, προκύπτει ως ανάγκη για τη ζωή μας σήμερα, ως το βιολογικό μας τέλος, αλλά και ως κληρονομιά για τις γενιές που έρχονται.

Ο μαρξικός τρόπος αντίληψης της ιστορίας, της κοινωνίας και της ανθρωπότητας έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι φιλοδοξεί να εκφράζεται ως φιλοσοφικό σύστημα, κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά και επιστημονική ανάλυση της υλικής πραγματικότητας που βιώνουμε, πολιτικό πρόγραμμα για το παρόν και το μέλλον.

Όταν αποτιμούμε το παρελθόν πρέπει να αποφεύγουμε δύο σκοπέλους. Ο ένας είναι αυτός της εμμονής στα υποκειμενικά αίτια της ήττας, στα υποκειμενικά λάθη και αδυναμίες, στην κριτική των πολιτικών επιλογών αφαιρεμένων από το ιστορικό και υλικό πλαίσιο της εποχής. Ο άλλος είναι αυτός που τείνει να δικαιολογήσει κάθε πολιτική παρέκκλιση από τους στόχους και τη φυσιογνωμία του επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος με βάση την ανάλυση των αντικειμενικών συνθηκών που επικρατούσαν στην εκάστοτε εποχή. Για την κατανόηση των αντιφάσεων και αντιθέσεων μέσα στην εργατική τάξη και το επαναστατικό υποκείμενο, μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα, χρειάζεται να εντοπίζουμε πάντα τη διαλεκτική σχέση των παραπάνω. Η δική μας μελέτη μας έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αν και οι αντικειμενικές συνθήκες αποτελούν ένα σκληρό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι επαναστάτες αναγκάζονται να προσαρμόζουν τη δράση τους, συχνά παρεκκλίνοντας προσωρινά από το επιθυμητό και ιδεατό, ο υποκειμενικός παράγοντας δύναται να οδηγήσει σε υπέρβασή τους ή καλύτερα στη δημιουργία μιας νέας αντικειμενικής πραγματικότητας. Ποιος άραγε στενός μελετητής των αντικειμενικών συνθηκών και υλικών προϋποθέσεων θα μπορούσε να προβλέψει τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης, το 1917, από τη Βόρεια Θάλασσα ως τον Καύκασο, τον Ειρηνικό ωκεανό και τις ασιατικές στέπες; Ποιός άραγε στενός μελετητής των αντικειμενικών συνθηκών και υλικών προϋποθέσεων θα μπορούσε να προβλέψει την τρομερή ανάπτυξη των αντιστασιακών κινημάτων τη δεκαετία του ‘40 στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία αλλά και τη διαφορετική κατάληξή τους; Ποιος στενός μελετητής των αντικειμενικών συνθηκών θα μπορούσε να προβλέψει τη νίκη της κουβανικής επανάστασης, χωρίς κόμμα και με πρωτοβουλία λίγων δεκάδων επαναστατών και τη στερέωσή της κάτω από τη μύτη της μεγαλύτερης στρατιωτικής, ιμπεριαλιστικής δύναμης του 20ου αιώνα;

Η ίδρυση του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ στην Ελλάδα και τα πρώτα βήματά του έφεραν και τα πρώτα διλήμματα που προέρχονταν από την έκρηξη των αντιθέσεων που έφερε μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα το τέλος της Χρυσής Εποχής του Κεφαλαίου και το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι σοσιαλιστές/κομμουνιστές στην Ελλάδα κλήθηκαν και αυτοί να κάνουν μία επιλογή. Με τον σοσιαλισμό των κομμάτων που ψήφισαν τους πολεμικούς προϋπολογισμούς, μπήκαν στο σφαγείο του Α’ Π.Π. και βγήκαν απ’ αυτό ως υπεύθυνες εθνικές δυνάμεις σταθερότητας ή με τον σοσιαλισμό εκείνων των κομμάτων ή τμημάτων κάποιων κομμάτων που προσπάθησαν να τραβήξουν τον εργάτες και φτωχούς αγρότες από τον πόλεμο και με το τέλος του τον μετέτρεψαν σε εμφύλιο, βάζοντας στο στόχαστρο της εθνική τους αστική τάξη, με προοπτική δημιουργίας διεθνών γεγονότων;

Οι κομμουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα απάντησαν πλειοψηφικά ότι τάσσονται με τη δεύτερη αντίληψη, αυτή δηλαδή που έκανε επαναστάσεις και ανέτρεψε την αστική εξουσία στη Ρωσία, και σύντομα εντάχθηκαν στην Γ’ “Κομμουνιστική” Διεθνή υιοθετώντας τη λογική της επανάστασης και του σοσιαλισμού ως άμεσου καθήκοντος και πράξης. Αυτό οδήγησε το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα να γράψει πολύ νωρίς τις πρώτες ηρωικές του στιγμές, όταν αντιτάχθηκε στην ιμπεριαλιστική Μικρασιατική εκστρατεία δημιουργώντας για πρώτη φορά πολιτικό ρήγμα στην εθνική συναίνεση και υψώνοντας ανάστημα μπροστά στον ελληνικό εθνικισμό. Το ίδιο έπραξε και με την αντίθεσή του στην ελληνική συμμετοχή στην εκστρατεία της Κριμαίας. Μια άλλη όψη αυτής της στάσης των κομμουνιστών υπήρξε η γενναία υπεράσπιση των μειονοτήτων, κάτι που στην Ελλάδα τους κόστισε τις πρώτες φυλακίσεις και εξορίες στην δεκαετία του 1920. Αυτή η στάση απέναντι στο ζήτημα του πολέμου και του έθνους δεν θα μπορούσε να μη βρίσκει το αντίστοιχό της στην εργατική πολιτική. Οι εργατικοί αγώνες, η οργάνωση του συνδικαλιστικού και διεκδικητικού κινήματος, η ανεξαρτησία και όχι η συμπληρωματικότητα της εργατικής πολιτικής κυρίως στη δεκαετία του ‘20 αλλά σε μεγάλο βαθμό και στη δεκαετία του ‘30 ήταν που δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων με την εργατική τάξη διαφόρων χωρών, μεταξύ αυτών και της Ελλάδας.

Ωστόσο, αν και τα κόμματα της Γ’ Διεθνούς, πραγματοποίησαν την πολιτική ρήξη με τη σοσιαλδημοκρατία – όρο για τη συνέχιση της ύπαρξης του ανταγωνιστικού σοσιαλιστικού σχεδίου- δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν μια βαθύτερη τομή απέναντι σε ορισμένα κεντρικά χαρακτηριστικά της, των οποίων συνέχισαν να είναι φορείς. Αυτά για εμάς ήταν:
– η οικονομίστικη ανάγνωση του Μαρξισμού,

– η αντίληψη για τις σχέσεις εκπροσώπησης του εργατικού κόμματος απέναντι στην εργατική τάξη,

– η εξελικτική αντιμετώπιση της κοινωνικής προόδου.

Η κατάκτηση της εξουσίας από το μπολσεβίκικο κόμμα είναι από μόνη της μια πολύτιμη εμπειρία για κάθε επαναστάτη. Γι’ αυτό εξετάζουμε υπό το φως των νέων διαθέσιμων τεκμηρίων ποιό πραγματικά ήταν αυτό το κόμμα, ποια μεθοδολογία και ποια στοιχεία του, του επέτρεψαν να εκμεταλλευτεί τις συγκεκριμένες συνθήκες για να οδηγήσει την εργατική τάξη στην εξουσία. Η επιτυχής επανάσταση είναι μία τέχνη. Σήμερα, εκατό χρόνια μετά, καλούμαστε να προσδιορίσουμε σε τί συνίστατο τότε αυτή η Τέχνη και ποια στοιχεία της μας είναι χρήσιμα στη σημερινή κατάσταση, στον σημερινό κόσμο.

Μετά την επανάσταση, η εμπειρία της οικοδόμησης αποτελεί για εμάς ένα δεύτερο και σχετικά αυτοτελές πεδίο ιστορικής μελέτης και αποτίμησης. Αυτή η πρώτη προσπάθεια υπέρβασης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει μία σειρά δοκιμές και πειραματισμούς, να μην περιλαμβάνει αντιφατικές απαντήσεις και διαρκείς αναπροσανατολισμούς της τακτικής. Αυτά δεν θα πρέπει να μας ξενίζουν. Η ιστορική αποτίμηση για να είναι ιστορική πρέπει να εμπεριέχει τα στοιχεία της επιστημονικής κατανόησης και της εξήγησης και για να είναι αποτίμηση δεν μπορεί παρά να κάνει κριτική στην παρελθούσα εμπειρία, να εξάγει συμπεράσματα που δεν οδηγούν σε εφησυχασμό ή ονειρώξεις, αλλά σε θεωρητικό και πολιτικό εμπλουτισμό του σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος.

Υπό αυτή την σκοπιά μελετάμε τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, την εμπειρία της ΝΕΠ παράλληλα με την πολιτική γραμμή της ΚΔ για το ενιαίο μέτωπο, την στροφή στο κράτος και τη σιδερένια πυγμή μετά τον θάνατο του Λένιν και την εγκατάλειψη της ΝΕΠ και της πολιτικής δράσης από τα όργανα των κάτω, την τομή της απόφασης για δυνατότητα -και άρα προσπάθεια- οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα και τα επακόλουθα μέτρα της κολλεκτιβοποίησης στην ύπαιθρο και της ταχείας εκβιομηχάνισης στην πόλη και την παράλληλη επικράτηση της θεωρίας του σοσιαλφασισμού που σφραγίζει την πολιτική των κομμάτων της ΚΔ μετά το 1928. Στεκόμαστε ακολούθως και στην εμπειρία της ήττας των επαναστατικών προσπαθειών στη Δυτική Ευρώπη και με αντίστοιχη μεθοδολογία μελετάμε ποιά κόμματα, με ποια τακτική και στρατηγική και υπό ποιες κοινωνικές και υλικές συνθήκες ηττήθηκαν παρά τον ηρωισμό τους στην κεντρική και δυτική Ευρώπη τη δεκαετία του ‘20. Συνακόλουθα, στεκόμαστε στην επίδραση που είχαν και στον τρόπο που αξιολογήθηκαν αυτές οι ήττες, αλλά και η ανάπτυξη του φασιστικού φαινομένου στον αμυντισμό των κομμουνιστικών δυνάμεων στη δεκαετία του ‘30 και στη νέα καμπή που έφεραν οι αποφάσεις της ΚΔ το 1934 για επιστροφή στο ενιαίο μέτωπο και αμέσως μετά στο Λαϊκό Μέτωπο από τα “πάνω” σε συμμαχία με αστικές δυνάμεις.

Επιπλέον, στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, παρά τα άλματα που συντελούνται στο επίπεδο της οργάνωσης της παραγωγής από τα μέσα της δεκαετίας του ‘20 κι έπειτα, τα οποία αποτελούν τεράστια υπόθεση, παρατηρείται μια αντιστροφή της τάσης για προώθηση στην πράξη θεσμών εργατικής πολιτικής και πειραμάτων κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης. Οι τομές των επαναστατικών χρόνων δεν συνεχίζονται κι αυτό επιδρά και στον τρόπο που ασκούν εργατική πολιτική και αντιμετωπίζουν την εργατική τάξη και τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα.

Με άλλα λόγια, μπορεί στη Σοβιετική Ένωση του μεσοπολέμου, η μεσσιανική αντίληψη περί εργατικής τάξης να την εξυψώνει στα λόγια και το επίπεδο ζωής της να βελτιώνεται (κάποιες φορές θεαματικά) σε σχέση με το άγριο καπιταλιστικό παρελθόν, αυτό όμως δεν ακολουθείται από αντίστοιχες πρωτοβουλίες και πειραματισμούς στην πράξη, στο πολιτικό επίπεδο. Αντιθέτως, ο πολιτικός ρόλος της εργατικής τάξης εντός κι εκτός του κόμματος υποβαθμίζεται. Να ένα σημαντικό ερώτημα λοιπόν: Γιατί τα άλματα στο επίπεδο της οργάνωσης της παραγωγής στην πόλη και την ύπαιθρο, συνοδεύτηκαν από υποχώρηση στο επίπεδο των πολιτικών ελευθεριών, στις Τέχνες, στη συνολική χειραφέτηση της εργατικής τάξης και του αποφασιστικού της ρόλου στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι; Επιπλέον, γιατί η στερέωση του ΚΚΣΕ στην εξουσία και η προετοιμασία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σήμανε τις τραγικές μαζικές εκκαθαρίσεις στο εσωτερικό του; Σε τί βαθμό τα παραπάνω ήταν μια νομοτέλεια και σε ποιον βαθμό σήμερα, υπό τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν τέτοιες εξελίξεις να αποφευχθούν.
Και πάλι εδώ χρειαζόμαστε μία συνδυαστική εξέταση των αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων που οδήγησαν σ’ αυτά τα αποτελέσματα. Φυσικά δεν αποκρύπτουμε, δε μας αρκεί να δικαιολογήσουμε αλλά ούτε απλά να αφορίσουμε. Αυτά ίσως ήταν δικαιολογημένα εκείνα τα χρόνια, αλλά σχεδόν έναν αιώνα μετά η μελέτη της επανάστασης και της οικοδόμησης πρέπει να έχει ως βασικό μέλημα, όχι την απόδοση ευθυνών αλλά την αποκάλυψη των μηχανισμών, των αντικειμενικών κι υποκειμενικών παραγόντων για την καλύτερη προετοιμασία μας σήμερα.

Οι πολιτικές τακτικές που υιοθετούνται στη μεσοπολεμική περίοδο έχουν ως αδύναμο σημείο είτε την απομόνωση των ΚΚ, είτε το μπλοκάρισμα της επαναστατικής τους δράσης. Βεβαίως, και όλες οι κεντρικές κατευθυντήριες γραμμές της ΚΔ καλούνται να απαντήσουν σε άμεσα πολιτικά προβλήματα, όπως το σταδιακό πέρασμα της σοσιαλδημοκρατίας σε αντεργατικές, αστικές θέσεις και η εγκαθίδρυση φασιστικών καθεστώτων σε μία σειρά χώρες. Και οι δύο γραμμές σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυγχάνουν είτε να διατηρήσουν την ανεξαρτησία σημαντικών τμημάτων της εργατικής τάξης από την αστική επιρροή και την ενσωμάτωση, είτε να δημιουργήσουν πλατιά μέτωπα που να ανασχέσουν ή αργότερα να αντισταθούν στο φασιστικό φαινόμενο. Η σημερινή μας κριτική αποτίμηση όμως πρέπει να στοχεύει στο να εξηγήσει πώς και πότε οι αναγκαίες προσαρμογές της τακτικής εκτρέπουν τα κομμουνιστικά κόμματα από τους βασικούς τους στόχους. Ποιο είναι εκείνο το σημείο που ποιοτικά αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά των κομμουνιστικών κομμάτων καθιστώντας τα είτε περιθωριακά κόμματα πεφωτισμένων ελίτ, είτε συμπληρώματα και διορθωτές της αστικής πολιτικής;

Τα παραπάνω ήταν χαρακτηριστικά που επιδρούσαν καθοριστικά και στην πολιτική του ΚΚΕ στην Ελλάδα στην περίοδο του μεσοπολέμου. Ωστόσο, η μη ανάπτυξη σημαντικού σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμιστικού χώρου στη μεσοπολεμική Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα και κάποιες διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα αποτελέσματα της διεθνώς ακολουθούμενης πολιτικής. Ας κρατήσουμε ως στοιχείο ότι οι αστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, ακόμα και την περίοδο των Λαϊκών Μετώπων του μεσοπολέμου δεν δέχτηκαν να συνάψουν κοινό μέτωπο με τους κομμουνιστές ακόμα κι όταν οι τελευταίοι ήταν διατεθειμένοι να στηρίξουν τις κυβερνήσεις τους (βλ. Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα).

Πέρα όμως από το υπό κομμουνιστική επιρροή εργατικό κίνημα που παρά τις αντιφάσεις του διατηρεί τον ανταγωνιστικό του χαρακτήρα απέναντι στην αστική εξουσία στη διάρκεια του μεσοπολέμου, αυτή την εποχή παρατηρούνται βήματα ενσωμάτωσης τμημάτων της εργατικής τάξης που καθοδηγούνται από σοσιαλδημοκρατικά και ρεφορμιστικά κόμματα. Μεγαλύτερο παράδειγμα αποτελεί η συνεργασία της πλειοψηφίας των συνδικαλιστικών ηγεσιών στο κοινωνικό συμβόλαιο που προσέφερε η αμερικάνικη ηγεσία με το “New Deal” του Ρούζβελτ. Ωστόσο, παράλληλα με την τάση ενσωμάτωσης, η τάση της συνολικής ρήξης με την αστική πολιτική ήταν ακόμα υπαρκτή. Η πρόσδεση αυτών των κομμάτων στο αστικό σύστημα, η ανάπτυξη και η κυριαρχία τελικά του ρεφορμισμού εξηγήθηκε από τον Λένιν κυρίως σαν αποτέλεσμα της δημιουργίας της «εργατικής αριστοκρατίας». Όμως η κυριαρχία της αστικής πολιτικής σε ευρύτερα εργατικά στρώματα έχει να κάνει με βαθύτερα και συνολικότερα φαινόμενα όπως η κυριαρχία πάνω στην Εργατική Τάξη στην διαδικασία της παραγωγής (και με τον τεϊλορισμό, η ραγδαία ανάπτυξη της σχετικής υπεραξίας και το πέρασμα στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού).

Το μεγάλο γεγονός που ακολούθησε, η έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι ένα ζεστό ακόμα και σήμερα ζήτημα, απόδειξη του πόσο ταρακούνησε τον κόσμο. Σε αντίθεση με τον Α’ Π.Π., αυτός ήταν ένας πόλεμος με Σοβιετική Ένωση, αλλά και ναζιστικά/φασιστικά κράτη, γεγονός που περιέπλεκε την κατάσταση και τη στάση των κομμουνιστών. Ενώ όμως μετά από απερίγραπτες θυσίες και αγώνες το κομμουνιστικό κι εργατικό κίνημα, με μπροστάρηδες τα ΚΚ, κατάφερε να συντρίψει τον φασισμό και τα κομμουνιστικά κόμματα ανήλθαν στην εξουσία σε μια σειρά νέες χώρες, αυτό δεν οδήγησε σε ανανέωση της επαναστατικής θεωρίας δηλαδή της ζωογόνου δύναμης που εξοπλίζει την ταξική πάλη.

Αντιθέτως, μεταπολεμικά έγιναν αναλογικά μικρά βήματα στην προώθηση της θεωρίας, την εξέλιξη της παρακαταθήκης των κλασικών ενώ ο κανόνας ήταν η δημιουργία σχημάτων που εξυπηρετούσαν την ανάγκη της δικαιλόγησης τακτικών επιλογών. Το γεγονός ότι η νίκη στον Β’ ΠΠ δεν οδήγησε σε μία συνολική προσπάθεια αναζωογόνησης της θεωρίας, αλλά περιορίστηκε στη στρατιωτική και τακτική αντιπαράθεση από καλύτερες θέσεις, κατέστησε αυτή τη νίκη πύρρειο. Ο καπιταλισμός αντίθετα αναδιοργανώθηκε, ενέταξε νέα στοιχεία στον τρόπου που εξουσίαζε και από βαθιά κλονισμένος στα μέσα της δεκαετίας του ‘40 κατόρθωσε να ηγεμονεύσει ξανά ιδεολογικά. Σταδιακά στη δυτική Ευρώπη ο μαρξισμός κατέληξε υπόθεση των ακαδημαϊκών με τις πιο ακίνδυνες εκδοχές του να ενσωματώνονται από το σύστημα. Στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων δημιουργήθηκε μια τομή σε σχέση με την πρώτη περίοδο του κομμουνιστικού κι εργατικού κινήματος, όταν ο θεωρητικός με τον πολιτικό ηγέτη και τον αγωνιστή ακτιβιστή σε μεγάλο βαθμό εκφράζονταν στο ίδιο πρότυπο (και πάνω απ’ όλα, στην ενιαία κίνηση του κόμματος). Τώρα, η πολιτική γινόταν υπόθεση αποκλειστικά των κορυφαίων στελεχών, η βάση του κόμματος κι η εργατική τάξη περιοριζόταν στη διεξαγωγή του οικονομικού αγώνα, ενώ οι θεωρητικοί -πολλοί συχνά αποκομμένοι από τη δράση- κατέληγαν σε δικαιολογητές των τακτικών επιλογών ανασύροντας αποσπασματικά τσιτάτα των κλασσικών ή επινοώντας νέα, συχνά υπό την επίδραση των αστικών ιδεών.

Έτσι, αν και το τέλος του Β’ ΠΠ θα βρει το στρατόπεδο του “σοσιαλισμού” δυναμωμένο και τα ΚΚ αριθμητικά ενισχυμένα, η αποσύνδεση της κοινωνικής επανάστασης από την αντιφασιστική πάλη στη διάρκεια του πολέμου κι η εμμονή στη συνεργασία με αστικές δυνάμεις θα αφήσει βαθιά κατάλοιπα, μετατρέποντας σταδιακά τα ΚΚ της δυτικής Ευρώπης σε συμπληρωματικές δυνάμεις του αστισμού.

Φυσικά, δεν είμαστε από εκείνους που δεν θα εκτιμήσουν την ιστορική προσφορά της Σοβιετικής Ένωσης σ’ αυτόν τον αγώνα, που δεν θα τιμήσουν τους αγώνες των κομμουνιστών μέσα από τα εθνικοαπελευθερωτικά αντάρτικα σε πόλεις και χωριά. Ιδιαίτερα εδώ, στην Ελλάδα, η εμπειρία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, της οργάνωσης της ζωής στην Ελεύθερη Ελλάδα και της οργάνωσης της Αντίστασης με πρωτόγνωρους εργατικούς αγώνες σε Κατεχόμενες πόλεις είναι κομμάτι της ιστορίας μας που δεν χαρίζουμε σε κανέναν και οφείλουμε να το γνωρίσουμε σε βάθος και στην ολότητά του, χωρίς αποσιωπήσεις της μίας ή της άλλης πλευράς του.

Δεν μπορούμε επίσης παρά να σταθούμε στο γεγονός ότι το ΚΚΕ, παρά τα σημαντικά λάθη του, στην πενταετία ‘44-’49 σήκωσε δύο φορές τα όπλα απέναντι στην ντόπια αστική εξουσία και τον ιμπεριαλισμό την ώρα που η κεντρική οδηγία ήταν “υπομονή, ελιγμοί και συμβιβασμός”, την ώρα που στις λαϊκές μάζες της δυτικής Ευρώπης εγγραφόταν η εμπειρία των μεταπολεμικών κυβερνήσεων εθνικής ενότητας και της αντίληψης του εθνικού κομμουνισμού χωρίς επανάσταση (Ιταλία, Γερμανία). Η εμπειρία της διπλής εξέγερσης στην Ελλάδα, παρά την ελλιπή της προετοιμασία, τους μη-ξεκάθαρους στόχους της ηγεσίας του ΚΚΕ, τους λάθος υπολογισμούς της και τις υπόλοιπες αδυναμίες της, έχει εγγραφεί στη μνήμη τόσο των κάτω, όσο και των πάνω, και όπως φαίνεται σε διάφορες καμπές, δεκαετίες ολόκληρες πολιτικής λήθης και εθνικής συμφιλίωσης, αποσιωπήσεων και συκοφαντιών δεν μπορούν να τη σβήσουν.

Ούτε είμαστε από εκείνους που θα ξεπεράσουν εύκολα τις τεράστιες αλλαγές που έφερε μεταπολεμικά η άνοδος των κομμουνιστικών κομμάτων στην εξουσία στο βιοτικό επίπεδο και την ποιότητα ζωής της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτών στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Η εμπειρία του ξεριζώματος της αστικής εξουσίας, των συνολικών εθνικοποιήσεων της βιομηχανίας, της κολλεκτιβοποίησης της γης, της διαφορετικής οργάνωσης της παραγωγής, όπως και οι ανεπανάληπτες γι’ αυτούς τους λαούς παροχές στους βασικούς τομείς της υγείας, της παιδείας και της εργασίας είναι κάτι που πρέπει να τονίζεται, ιδιαίτερα στις μέρες μας που όλα αυτά για την πλειοψηφία των εργαζομένων φαντάζουν μακρινά και απραγματοποίητα όνειρα, ιδιαίτερα στις μέρες μας που η αστική προπαγάνδα επιχειρεί να συκοφαντήσει και να σβήσει κάθε κατάκτηση, κάθε εμπειρία αντίστασης και νίκης των κάτω.

Ωστόσο, και ιδιαίτερα στην εσωτερική μας συζήτηση, όχι μόνο δεν αρκεί μία διαρκής εξύμνηση κι εξιδανίκευση του “υπαρκτού σοσιαλισμού” κι οι αναφορές στους ηρωικούς αγώνες του παρελθόντος, αλλά οφείλουμε να εξετάσουμε βασικά στοιχεία που οδήγησαν το κομμουνιστικό κι εργατικό κίνημα σε μια φθίνουσα πορεία. Κεντρικό σημείο προβληματισμού και συζήτησης για εμάς είναι η αποπολιτικοποίηση της εργατικής τάξης στις χώρες όπου τα κομμουνιστικά κόμματα ανήλθαν στην εξουσία.

Ξεχωρίζουμε μερικά θέματα στα οποία για εμάς πρέπει να στοχεύει η ιστορική αποτίμηση της μεταπολεμικής περιόδου:

– Κορυφαίο είναι το θέμα του πολέμου και της στάσης απέναντι σ’ αυτόν. Πλην ελάχιστων εξαιρέσεων (Βιετνάμ, Κίνα, Γιουγκοσλαβία), η γραμμή των εθνικοαπελευθερωτικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντιφασιστικών αγώνων δεν συνδυάστηκε με την κοινωνική επανάσταση. Η γραμμή των μπολσεβίκων και του Λένιν για μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο έμεινε ξεχασμένη στα αζήτητα. Φυσικά ο Β’ ΠΠ παρουσίαζε συγκεκριμένες ιδιομορφίες και προκλήσεις, όμως αυτό που έμεινε στις περισσότερες περιπτώσεις μεταπολεμικά κι εμφανίζεται ακόμα και σήμερα ήταν η λογική μιας αφηρημένης υπεράσπισης της πατρίδας από τους κομμουνιστές ή άλλες φορές η υποταγή των διεθνών επαναστατικών καθηκόντων στους εθνικούς συμβιβασμούς.

– Άλλο φαινόμενο της πολιτικής υποχώρησης του κομμουνιστικού κινήματος είναι ο περιορισμός της κριτικής στην επιφάνεια των μορφών της πολιτικής διαχείρισης της αστικής εξουσίας (δημοκρατία, φιλελευθερισμός, κοινωνικό κράτος, απολυταρχία) κι ο μεταρρυθμισμός και η πολιτική συμμαχιών με δυνάμεις της αστικής πολιτικής. Αυτές μπορεί να ήταν τακτικές – εν μέρει δικαιολογημένες- από τις πολύ ιδιαίτερες συνθήκες του ψυχροπολεμικού κόσμου, ωστόσο είχαν μονιμότερες επιδράσεις στη φυσιογνωμία και τα χαρακτηριστικά του εργατικού κινήματος. Σε αρκετές περιπτώσεις τα ΚΚ ασχολούνταν περισσότερο με τη συμμαχία της εργατικής τάξης με άλλα στρώματα και τάξεις παρά με την επίτευξη της ενότητας της ίδιας της εργατικής τάξης που δεν ήταν και δεν είναι δεδομένη. Αυτό αποτελεί για εμάς δείγμα της απώλειας της πραγματικής εμπιστοσύνης στη δυνατότητα της εργατικής τάξης να ανατρέψει το καπιταλιστικό σύστημα.

– Μαζί με το παραπάνω αξίζει να αναδειχτεί το πρόβλημα της θεωρίας της κυρίαρχης αντίθεσης (δημοκρατία-φασισμός, ανεξαρτησία-εξάρτηση, πρόοδος-καθυστέρηση), η οποία επικάθεται πάνω στην βασική αντίθεση της εποχής μας και πρέπει να λυθεί πριν από αυτήν, ως στάδιο πριν την επανάσταση.

– Επιπλέον δείγμα της κυριαρχίας του αστισμού αποτελεί κι η αποδοχή της προτεραιότητας ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ο άκριτος σεβασμός απέναντι στην αστική επιστήμη και την τεχνοκρατική αντίληψη της προόδου. Στοιχεία αυτών υπάρχουν ακόμα και στο ίδιο το έργο του Μαρξ, όμως στις μεταπολεμικές δεκαετίες γιγαντώνονται και αμφισβητούνται μόνο από δυνάμεις εκτός επισήμων Κ.Κ. Η επικράτηση αυτών των αντιλήψεων θα συμβάλλει στην υποστήριξη των εργατών της Δ. Ευρώπης στον κοινοβουλευτισμό και τις ρεφορμιστικές διεκδικήσεις.

Συνολικά, θα λέγαμε ότι στη μεταπολεμική περίοδο ολοκληρώνεται η εθνικοποίηση της πολιτικής και αστικοποίηση της στρατηγικής των ΚΚ. Βασική προτεραιότητα πλέον γίνεται το εθνικό κράτος, η εθνική συγκρότηση και ανάπτυξη. Σε αυτό συμβάλλει βεβαίως και η απόφαση για διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1943, η οποία δεν επιχειρείται να ανασυσταθεί έκτοτε σε καμία καμπή του Ψυχρού Πολέμου. Διεθνές κέντρο πλέον γίνεται η Σοβιετική Ένωση με όλες τις στρεβλώσεις που προκαλεί αυτό στις σχέσεις και τη διαπαιδαγώγηση των ΚΚ αλλά και στη στρεβλή, δεξιά αντίδραση υπό τη μορφή των εθνικών ΚΚ, (στην Ελλάδα, ΚΚΕ-εσωτερικού). Έτσι, διαμορφώθηκε η «εθνική Αριστερά», η οποία αντιπάλεψε και ουσιαστικά και συμβολικά τον προλεταριακό διεθνισμό και αργότερα η κομμουνιστική Αριστερά των ολοκληρώσεων στις οποίες συμμετείχε το εθνικό της κράτος.

Οι δυνάμεις αμφισβήτησης που γεννήθηκαν από τον σταδιακό εκφυλισμό και τη συνθηκολόγηση των ΚΚ της Δύσης και πρωταγωνίστησαν στους εργατικούς αγώνες την περίοδο του λαχανιάσματος της καπιταλιστικής ανάπτυξης και την κρίση του 1973 πριν τη μετάβαση στο τρίτο στάδιο του καπιταλισμού, στηρίχτηκαν στη νέα γενιά της εργατικής τάξης και διανόησης και αμφισβήτησαν την παντοκρατορία του καπιταλισμού στη Δύση. Προέβαλλαν δε και νέα πρότυπα ζωής. Ωστόσο, παρουσίασαν έλλειψη στρατηγικού οράματος και αδυναμία στρατηγικής ενοποίησης, ενώ πολεμήθηκαν κι απομονώθηκαν από τα επίσημα ΚΚ τα οποία πλέον στις κρίσιμες καμπές στήριζαν την ομαλότητα. Η υποχώρηση αυτών των κινημάτων θα δώσει χώρο στην ανάπτυξη των επί μέρους και κατακερματισμένων πολιτικών κινημάτων που συνήθως είναι μεταρρυθμιστικά και ενσωματώσιμα από το σύστημα.

Αντιθέτως, τα ΚΚ εισέρχονται στη φάση του ευρωκομουνισμού συστηματοποιώντας την θεωρητική και πολιτική τους αντίληψη για την «κοινοβουλευτική μετάβαση» στον σοσιαλισμό, πρακτικά για την συμβίωση με τον καπιταλισμό. Αποκορύφωμα αυτής της εκφυλιστικής πορείας είναι ο ιταλικός “ιστορικός συμβιβασμός” και το γαλλικό αντίστοιχό του.

Το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα, αντιμέτωπο με το σκληρά αντικομμουνιστικό μετεμφυλιακό κράτος, θα κινηθεί στο αριστερό άκρο της εκφυλιστικής πορείας των ΚΚ της Δύσης. Οι σημαντικοί εργατικοί και αντιπολεμικοί αγώνες που θα δώσει στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60 δεν θα εμποδίσουν την κυριαρχία των παραπάνω χαρακτηριστικών ωστόσο λόγω της ιδιαιτερότητας της θέσης της Ελλάδας και της παρακαταθήκης της σύγκρουσης της δεκαετίας του ‘40, ο οριστικός εκφυλισμός του θα καθυστερήσει και θα ολοκληρωθεί στην περίοδο της μεταπολίτευσης.

Σήμερα, έχοντας περάσει σε ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού, η αξιοποίηση της ιστορικής εμπειρίας ενός αιώνα αγώνων του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος μπορεί να συμπληρώσει τις σύγχρονες αναλύσεις για τον καπιταλισμό, το διεθνές σύστημα, τη σύγχρονη εργατική τάξη και τις ανάγκες των ανθρώπων του 21ου αιώνα.

Δείτε ολόκληρη την εισήγηση του Γιώργου Μιχαηλίδη στο video: 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: