Εισήγηση: Για μια σύγχρονη θεωρία του επαναστατικού κόμματος

Minax

Ολόκληρη η εισήγηση του Βασίλη Μηνακάκη, συγγραφέα, επιμελητή εκδόσεων και μέλους της ΠΕ του ΝΑΡ, στην 2η μέρα του ιστορικού-θεωρητικού διήμερου, 11 Νοεμβρίου 2018:

Για μια σύγχρονη θεωρία του επαναστατικού κόμματος:

Η αντιπαράθεση Λένιν-Ρόζας και οι συμβολές Γκράμσι-Λούκατς υπό το φως των σημερινών αναζητήσεων.

Μπορούμε άραγε να βρούμε στους μεγάλους επαναστάτες της θεωρίας και της πράξης, όπως ο Μαρξ και ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ, ο Γκράμσι και ο Λούκατς, μια συγκροτημένη θεωρία του κομμουνιστικού κόμματος; Μια θεωρία που θα την αξιοποιήσουμε και στις σημερινές μας αναζητήσεις για ένα σύγχρονο κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης;

Η απάντηση είναι και ναι και όχι.

Όχι με την έννοια ότι γι’ αυτούς η θεωρία –και η θεωρία του κόμματος– ήταν μαχόμενη και αναπτυσσόμενη, διαμορφωνόταν «εν τω γίγνεσθαι» της ταξικής πάλης κι όχι με όρους ακαδημαϊκού εγχειριδίου ή στο προστατευμένο πειραματικό περιβάλλον ενός δοκιμαστικού σωλήνα. Όχι επίσης γιατί και μεταξύ τους –μεταξύ επαναστατών, όχι μεταξύ επαναστατών και ρεφορμιστών– υπήρξαν διάλογος, αποκλίνουσες συχνά αναζητήσεις και απαντήσεις, συγκρούσεις – διάλογος, αναζητήσεις και αντιπαραθέσεις που αν αντιμετωπιστούν με γόνιμο τρόπο, εντός του ιστορικού πλαισίου και της χώρας όπου εξελίχθηκαν, υπό το πρίσμα των τότε χαρακτηριστικών της εργατικής τάξης και της ταξικής πάλης, μπορούν να συμβάλλουν στη σημερινή μας προσπάθεια. Τέλος, όχι γιατί κανένας απ’ αυτούς δεν διαμόρφωσε μια θεωρία «παντός καιρού», που να λειτούργησε πρακτικά παντού και πάντα με τον ίδιο τρόπο και να περιλήφθηκε σε ένα και μοναδικό βιβλίο – ώστε να αρκεί ένα copy paste το 2018 και νάτην, έτοιμη η απάντηση που ψάχνουμε. Ας πάρουμε τον Λένιν, για παράδειγμα: θα ήταν το λιγότερο αντιλενινιστικό να τον αντιμετωπίσουμε επιλεκτικά ή να κλειδώσουμε όλη την άποψή του στο Τι να κάνουμε;, όταν ο ίδιος έγραψε πως εκεί «στράβωσε τη βέργα από την άλλη πλευρά», λόγω της τότε κατάστασης του ρωσικού κινήματος, ή στον όρο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, όταν ο ίδιος τον εφάρμοσε κατά περίπτωση και συγκυρία με πολύ διαφορετικό τρόπο.

Η απάντηση, όμως, είναι και ναι. Ναι με την έννοια ότι στο έργο και στην πράξη όλων αυτών –και άλλων, προφανώς– μπορούμε να διακρίνουμε έναν κοινό «οδικό χάρτη», να αναγνωρίσουμε ορισμένες κοινές συντεταγμένες που ως τέτοιες ακριβώς –ως συντεταγμένες δηλαδή, κι όχι ως απαρασάλευτες «δέκα εντολές» γραμμένες σε κάποιες υποτιθέμενες μαρμάρινες πλάκες– μπορούν να αποτελέσουν τη βάση και της σημερινής μας αναζήτησης, την καρδιά και της δικής μας θεωρητικής και πρακτικής απάντησης στην πρόκληση-καθήκον ενός σύγχρονου κόμματος κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Η πρώτη από αυτές τις συντεταγμένες είναι η επικαιρότητα της επανάστασης και του κομμουνισμού. Αν τόσο ο πρώτος όσο και η δεύτερη δεν βρίσκονται στο προσκήνιο, αν δεν έχουν θέση στα καθημερινά σκιρτήματα και τις βαθύτερες διεργασίες της ταξικής πάλης, αν δεν διασταυρώνονται με τη δυναμική της, τότε πράγματι το κόμμα, η οργάνωση που συγκροτητική αρχή της είναι να υπηρετήσει την κομμουνιστική χειραφέτηση μπορεί να περιμένει ή να υπάρχει σε δεύτερο και τρίτο πλάνο. Σε τι φάση βρισκόμαστε σήμερα; Μα ακριβώς στη φάση που η κομμουνιστική απελευθέρωση αποτελεί πολύ περισσότερο από ποτέ ανάγκη, δυνατότητα μα και τάση της ταξικής πάλης. Ανάγκη, δυνατότητα αλλά και τάση που αναδύεται καθημερινά από κάθε αρμό του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι, όσες ταφόπλακες και χρονοντούλαπα της ιστορίας κι αν έχει επιχειρήσει να φτιάξει η ΤΙΝΑ, όσο κι αν οι συσχετισμοί του παρόντος βαραίνουν καταθλιπτικά. Να το ξαναπούμε επιγραμματικά –ο χρόνος δεν επιτρέπει μεγαλύτερη ανάλυση: ζούμε στην εποχή που η κομμουνιστική απελευθέρωση μπορεί από «μελαγχολική ουτοπία», όπως τον χαρακτήριζε ο Λεβί, να γίνει μια «συγκεκριμένη –επιστημονικά θεμελιωμένη, δηλαδή– ουτοπία», κατά τον Μπλοχ. Ακριβώς γι’ αυτό, λοιπόν χρειάζεται σύγχρονο κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης: για να εκφράσει αυτή την τάση, αυτό τη δυνατότητα στην ιστορική κίνηση της εργατικής τάξης, αλλά και για να αντεπιδράσει σε αυτήν την κίνηση, επιταχύνοντάς της, εμβαθύνοντάς την.

Αλλά για ποιον κομμουνισμό μιλάμε; Πώς τον εννοούμε; Κρίσιμο ερώτημα και αυτό. Γιατί από την απάντησή του εξαρτώνται τόσο τα χαρακτηριστικά όσο και οι μορφές δράσης και συγκρότησης του κόμματος. Η θέση του Μαρξ ότι ο κομμουνισμός είναι η «κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων» αποτελούσε κλειδί στην οπτική τόσο του Λένιν και της Ρόζας όσο και των Γκράμσι-Λούκατς με τις όποιες διαφορές τους. Δεν παραπέμπει αυτή η θέση σε έναν μεταρρυθμισμό, αλλά σε μια επαναστατική λογική, σε έναν επαναστατικό δρόμο, στοιχεία του οποίου είναι –στη διαλεκτική τους αλληλεπίδραση στο παρόν και στο μέλλον– η επαναστατική τακτική, το άλμα της επανάστασης και οι μετά από αυτήν μετασχηματισμοί που τείνουν προς την κατάργηση κάθε μορφής καταπίεσης, αποξένωσης, εκμετάλλευσης και εξουσίας. Παραπέμπει, για να προσφύγουμε και πάλι στον Μαρξ, στη λογική που αντιμετωπίζει τον κομμουνισμό ως «διαρκή κήρυξη της επανάστασης», ως στρατηγικό στόχο και ορίζοντα ενός χειραφετητικού κινήματος, ως διαρκώς παρόν νεύρο αυτού του κινήματος, ως το κοινωνικό πρότυπο που αντιπροσωπεύει το μέλλον και τις επιδιώξεις του. Αυτή η έννοια του κομμουνισμού παραπέμπει και απαιτεί ένα κόμμα ριζικά διαφορετικό από αυτά που γνωρίσαμε – τόσο στη Δύση, όσο και στην Ανατολή. Ένα κόμμα σφριγηλό και μαχητικό, καινοτόμο και νεανικό – αυτά τα δύο πάνε μαζί και ή συνυπάρχουν ή δεν υπάρχει τίποτα από τα δύο. Ένα κόμμα ανατρεπτικό και όχι βουτηγμένο στην κοινοβουλευτική χαύνωση ή στον ρεφορμισμό –ούτε στον κομμουνιστικό–, μαχητικά και πρωτοπόρα παρόν στις καθημερινές αναμετρήσεις με το κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του στους χώρους εργασίας, σπουδών, κατοικίας. Ένα κόμμα που φέρνει με ζωντανό τρόπο στο παρόν αυτής της πάλης το νεύρο και τον ορίζοντα του κομμουνισμού, τον γονιμοποιεί με τις αναζητήσεις και τις διεργασίες της ίδιας της πάλης, δεν τον εξοβελίζει στο μακρινό και νεφελώδες επέκεινα, για να τον εμβολιάσει «απ’ έξω» και εκ ων υστέρων ως αποκλειστικός κάτοχος και ιδιοκτήτης του. Είναι όλα αυτά ένας από τους λόγους που πρέπει να αντιμετωπίζουμε και το κόμμα με όρους κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης.

Για όλους αυτούς τους επαναστάτες της θεωρίας και της πράξης, η επανάσταση είναι εκείνο το ποιοτικό άλμα που σηματοδοτεί την επίλυση του προβλήματος της εξουσίας, τσακίζει τους αστικούς μηχανισμούς, οδηγεί στην οικοδόμηση των θεσμών της εργατικής εξουσίας-δημοκρατίας και εγκαινιάζει τους μετασχηματισμούς που οδηγούν στον κομμουνισμό, στην κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, στην κοινωνία όπου κάθε μορφή –κάθε μορφή– εκμετάλλευσης, καταπίεσης, εξουσίας, αποξένωσης θα αποτελεί παρελθόν ή, γιατί δεν υπάρχουν ιδανικές κοινωνίες, θα αποτελεί δράση και σχέση εκτός πλαισίου. Δεν είναι καθόλου τυχαία η χρήση των όρων κομμουνιστική χειραφέτηση ή απελευθέρωση αντί του σκέτος «κομμουνισμός», που από μια άποψη εμπεριέχει εξ ορισμού την απελευθερωτική διάσταση. Θέλει να υποδηλώσει, να αναδείξει ακριβώς αυτήν ακριβώς τη διάσταση. Εύλογα, αυτή η διάσταση δεν μπορεί παρά να αποτελεί βασική αρχή συγκρότησης και λειτουργίας του κόμματος, δομικό φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό των σχέσεων που αναπτύσσονται εντός του, αλλά και των σχέσεων που οικοδομεί το ίδιο με την εργατική τάξη και την κοινωνία ευρύτερα. Με αυτήν την έννοια, το κόμμα πρέπει να προεικονίζει από σήμερα την κοινωνία της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, να ιχνογραφεί από τώρα –κι όχι να παραπέμπει στο ακαθόριστο μέλλον- εντός του τα στοιχεία της, να αποτελεί «σκηνή από ταινία προσεχώς», να είναι απαλλαγμένο –στο μέτρο του δυνατού και των ορίων που αντικειμενικά θέτει ο καπιταλιστικός περίγυρος– από καταπιεστικά, αλλοτριωτικά στοιχεία, εξουσιαστικές ιεραρχικές δομές, έμφυλες ή άλλες διακρίσεις. Ασφαλώς ούτε ο ταξικός αντίπαλος που έχει απέναντί του ούτε η ταξική πάλη είναι αμέριμνος περίπατος σε ήρεμα λιβάδια κι άνετες λεωφόρους. Αλλά ας αναρωτηθούμε: Ποιες είναι άραγε εκείνες οι δυσκολίες ή ιδιομορφίες της ταξικής πάλης που είναι δυνατόν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο σε τούτη την αρχή, να δικαιολογήσουν, ας πούμε, τους περιορισμούς στη διαδικτυακή επικοινωνία τύπου «αστυνομίας ηθών», όπως κάνει το «ένα είναι το κόμμα»; Υπάρχουν τω όντι τέτοιες; Σήμερα; Δύσκολα θα απαντούσε κανείς καταφατικά. Ακόμη πιο δύσκολα κάποιος –ιδιαίτερα νέος– που θέλει η στράτευση στην υπόθεση του κομμουνισμού να κυριαρχείται από ένα καθολικά χειραφετητικό πνεύμα, να έχει στην ψυχή της το νεύρο και τη χαρά της δημιουργίας, τον πολιτισμό της εθελοντικής προσφοράς, να αποτελεί και απόλαυση, όχι μόνο γκρίζα δραστηριότητα και στείρο καθηκοντολόγιο – παρότι όλοι ξέρουμε ότι χωρίς και την καθημερινή προσφορά, συχνά επίπονη και χωρίς άμεσο αποτέλεσμα, χωρίς τη βασανιστική δουλειά του μυρμηγκιού είναι αδύνατον να ανοιχτούμε στους ορίζοντες της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

«Η απελευθέρωση των εργατών», έγραφε πραγματικά μεγαλοφυώς ο Μαρξ, «θα είναι έργο των εργατών ή δεν θα υπάρχει». Αυτή η θέση μπήκε στη γωνία μετά το 1917 στις κοινωνίες που αποπειράθηκαν το άλμα στο κομμουνιστικό μέλλον. Υποτιμήθηκε και υποβαθμίστηκε και από το κομμουνιστικό κίνημα της Δύσης. Έτσι, η απελευθέρωση των εργατών έγινε υπόθεση του κόμματος – για την ακρίβεια, της ηγεσίας του κόμματος, πράγμα που είναι ακόμη χειρότερο. Στην Δύση αυτό εκφράστηκε, μεταξύ άλλων, και με το αντιδιαλεκτικό διχασμό μεταξύ κοινωνικού αγώνα και πολιτικού αγώνα, με τον πρώτο να αποτίθεται στα συνδικάτα και να ταυτίζεται-ευτελίζεται σε επιμέρους διεκδικήσεις και τον δεύτερο να εξαντλείται σε μηχανιστικά πολιτικά μπούλετς-καπέλο των διεκδικήσεων ή να θεωρείται επίσης υπόθεση του κόμματος (της ηγεσίας του, δηλαδή) και κατά βάση των εκλογικών-κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Έτσι, όμως η τάξη υποκαθίσταται από το κόμμα και η βάση του κόμματος από την ηγεσία. Έτσι η τάξη από υποκείμενο της χειραφέτησης γίνεται αντικείμενο προς κατεργασία – την ίδια στιγμή, βέβαια, που μπορεί να ορκιζόμαστε στον πρωτοπόρο ρόλο και στην τάχα γραμμένη με ορειχάλκινους νόμους ιστορική αποστολή της. Έτσι, επίσης, η βάση του κόμματος, τα μέλη και οι οργανώσεις του, μετατρέπονται σε απλό ιμάντα μεταβίβασης κατευθύνσεων άνωθεν εκπορευόμενων, σε κωπηλάτη μιας κομματικής γαλέρας που την πυξίδα και το τιμόνι της τα κρατά στα χέρια της μια ισχνή καθοδηγητική φέτα.

Η παραπάνω αρχή του Μαρξ επιβάλει εντελώς διαφορετικό μοντέλο και σε ό,τι αφορά τις σχέσεις κόμματος μαζών και σε ό,τι αφορά τις δομές και τις σχέσεις που αναπτύσσει το κόμμα με τις άλλες μορφές-συγκροτήσεις της πρωτοπορίας και σε ό,τι αφορά το ίδιο το εσωτερικό του. Αναζητούμε, συνεπώς, μια δημιουργική, διαλεκτική σχέση κόμματος-μαζών. Μια σχέση διπλής κατεύθυνσης, όπου και οι παιδαγωγοί παιδαγωγούνται. Δεν είναι η εργατική τάξη επαναστατική καθαυτήν, άρα δεν πρέπει της αποδίδουμε χαρακτηριστικά κοσμικού κοινωνικού Μεσσία. Διχάζεται –κι αυτό είναι στη φύση της, στην κοινωνική συγκρότησή της, άρα και στη συμπεριφορά της– ανάμεσα στις τάσεις που αντιπροσωπεύουν τη χειραφέτηση και σε κείνες που την καθηλώνουν στον συμβιβασμό και την υποταγή. Το κόμμα –και όχι μόνο- εκφράζει τις πρώτες, αποτελεί τμήμα τους, εργάζεται εντός τους, για να τις μετασχηματίζει –μετασχηματιζόμενο και το ίδιο– σε στρατηγικό ρεύμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Η αλληλεπίδραση αυτών των τάσεων, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητών, με ποικίλο βάθος αλλά πάντα με ταξικό πρόσημο και ριζοσπαστισμό- με βαθύτερα στοιχεία θεωρίας, ιστορίας, προοπτικής, πολιτισμού –στοιχεία που συγκροτημένα εκφράζονται και στο κόμμα-, αυτή η αλληλεπίδραση είναι που μετατρέπει τελικώς την εργατική τάξη σε τάξη «δι’ εαυτήν».

Στο ίδιο πλαίσιο και υπό την ίδια οπτική, διαφορετικό από αυτό που γνωρίσαμε οφείλει να είναι και το οργανωτικό μοντέλο του κόμματος. Δεν πρόκειται για μια απλοϊκή άρνηση του παλιού, που καθαγιάζει τις αντιιεραρχικές δομές ή την οριζόντια διασύνδεση κι απλώς αντιπαραθέτει τη βάση στην ηγεσία, το κάτω στο πάνω, τους πρακτικούς στους θεωρητικούς, τους κινηματικούς στους πολιτικούς. Αλλά για κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό και εν τέλει απελευθερωτικό. Για μια δομή που θα αναβαθμίζει τη συλλογικότητα και τον ρόλο του αγωνιστή, όχι ως ατομικότητας αλλά ως κοινωνικού ανθρώπου και μέλους μιας χειραφετητικής συλλογικότητας. Θα αναδεικνύει τις οργανώσεις βάσης σε κύριο πεδίο παραγωγής θεωρίας και πολιτικής, αλλά και στον βασικό μοχλό προώθησης της εργατικής πολιτικής, υπό την έννοια ότι αυτή η πολιτική, εκ της φύσεώς της, αναφέρεται μεν σε συνολικό επίπεδο, αφορά το κράτος και τη διαχείριση της εξουσίας, αλλά δοκιμάζεται και ξεδιπλώνεται με άλλους όρους και όχι στενά σε συσχέτιση προς το κοινοβουλευτικό-εκλογικό πεδίο. Θα αποκαθιστά σχέση ανώτερης ποιότητας μεταξύ ηγεσίας και βάσης, οικοδομώντας οργανώσεις-κύτταρα πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας και μια καθοδηγητική σχέση ηγεσίας-βάσης γόνιμη, αμφίδρομη, βασισμένη στον ενιαία διαμορφωμένο κοινό πολιτικοθεωρητικό τόπο.

Φαντάζουν ίσως έκθεση ιδεών όλα αυτά, αλλά δεν είναι. Άλλωστε, μια ακόμη κοινή αρχή όλων των μεγάλων επαναστατών –παρά τις διαφορές τους- είναι ότι το κόμμα είναι κόμμα της εργατικής τάξης. Άρα στα χαρακτηριστικά, στη συγκρότηση και στη λειτουργία του δεν μπορεί παρά να αντιπροσωπεύονται τα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης. Όχι της εργατικής τάξης, γενικά, όμως, αλλά της τάσης χειραφέτησης. Έχει σημασία αυτή η διάκριση κι ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις βάσεις της αντιπαράθεσης Λένιν-Λούξεμπουργκ περί πειθαρχίας. Πράγματι στο κόμμα χρειάζεται πειθαρχία, αλλά όχι η πειθαρχία που διδάσκεται η εργατική τάξη στην παραγωγή. Αυτή είναι η πειθαρχία της υποταγής, που πηγάζει από τον εργοδοτικό δεσποτισμό, τον φόβο της απόλυσης. Χρειάζεται η πειθαρχία που απορρέει από τη συνείδηση του σκοπού και των μέσων, από τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία – στην πραγματικότητα η αυτοπειθαρχία που πηγάζει από μια ανώτερου τύπου εθελοντική στράτευση, από τη χειραφετητική εργατική τάση. Αυτή η μορφή πειθαρχίας-αυτοπειθαρχίας αρμόζει στη σημερινή εργατική τάξη, αυτή σχετίζεται με τις δημιουργικές πλευρές, τις επικοινωνιακές δεξιότητες, το πνεύμα συνεργασίας που «καταθέτει» στη διαδικασία της παραγωγής, αυτή αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα και την τάση που εκφράζει του σύνθημα «εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά», αυτή οφείλει να διαπνέει ένα σύγχρονο κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Στα χαρακτηριστικά και τη συγκρότηση του κόμματος, ωστόσο, οφείλει να εγγράφεται και η συνείδηση του αντιπάλου με τον οποίο αναμετράται, τον οποίο οφείλει να καταβάλει η εργατική πάλη προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς της. Και ο αντίπαλος αυτός δεν είναι εύκολος, δεν θα καταθέσει εύκολα τα όπλα, θα δώσει μάχη ζωής και θανάτου για να διατηρήσει την εξουσία και τη δυνατότητα άντλησης υπεραξίας. Πολύ περισσότερο που η εργατική πάλη πριν την επανάσταση διεξάγεται στο έδαφός του, υπό καθεστώς αστικής κυριαρχίας. Για να υπερνικηθεί αυτή η αντίσταση –τόσο στις τρέχουσες μάχες όσο και κατά το άλμα της επανάστασης– απαιτείται η ευρύτερη εργατική συσπείρωση και η μέγιστη συγκέντρωση πυρών από τους κάτω. Αυτό ισχύει σήμερα περισσότερο από ποτέ, όπου μια ισχνότερη από ποτέ εκμεταλλευτική μειοψηφία ελέγχει τους κρίσιμους οικονομικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς αρμούς της κοινωνίας. Από εδώ απορρέει η ανάγκη της συγκεντρωμένης δράσης και όχι, από κάποια εγγεγραμμένη τάχα στα γονίδια των κομμουνιστών γραφειοκρατική και αυταρχική διαστροφή.

Δέστε, όμως, την αντίφαση: περισσότερο συγκεντρωμένη και ισχυρή από ποτέ αστική εξουσία, από τη μια, περισσότερο κατακερματισμένη, πολύμορφη, πολυεπίπεδη εργατική τάξη από ποτέ. Πώς λύνεται αυτός ο γρίφος; Με όρους πολιτικής, θεωρητικής ουσίας, αναμφίβολα, και όχι τεχνικά, στενά οργανωτικά. Η πιο πλατιά ενότητα της τάξης στην πάλη για τα δικαιώματά της οικοδομείται στη βάση ευρύτερων στόχων, που εκφράζουν τις ανάγκες της και αντιπαρατίθενται στις καίριες επιλογές του κεφαλαίου και όχι με ψοφοδεή συνδικαλιστικά αιτήματα και πολιτικό αποχρωματισμό της πάλης στο όνομα της πλατιάς συσπείρωσης. Κατ’ αναλογία, αν και σε άλλο επίπεδο, ο πιο ουσιαστικός και αποτελεσματικός συγκεντρωτισμός σε ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα απορρέει κατά κύριο λόγο από τη βαθειά ενότητα των μελών του σε θεωρητικό, στρατηγικό και πολιτικό επίπεδο, είναι απόληξη της κοινής συνείδησης απ’ όλα τα μέλη των μέσων και των σκοπών του. Δεν καταργεί διαφορές, αποχρώσεις, αναζητήσεις ή και αντιπαραθέσεις –πώς θα μπορούσε άλλωστε;–, απλώς τις εντάσσει σε ένα άλλο πλαίσιο, τις αντιμετωπίζει υπό ένα άλλο πρίσμα.

Δείτε ολόκληρη την εισήγηση του Βασίλη Μηνακάκη στο video: 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: