Εισήγηση: Μάζες & πρωτοπορία, συνειδητό και αυθόρμητο σε ένα σύγχρονο σχέδιο κομμουνιστικής απελευθέρωσης

λιναρδατοσ

Ολόκληρη η εισήγηση του Φοίβου Λιναρδάτου, μεταπτυχιακού φοιτητή οικονομικής επιστήμης, μέλους του Κ.Σ. της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση, στην 2η μέρα του ιστορικού-θεωρητικού διήμερου, 11 Νοεμβρίου 2018:

Από τον Μαρξ στον Λένιν, από το 1968 στο 2008 και το 2018:

Μάζες και πρωτοπορία, συνειδητό και αυθόρμητο σε ένα σύγχρονο σχέδιο κομμουνιστικής απελευθέρωσης

 Υπάρχουν δύο ακραίες εκδοχές για τη σχέση αυθόρμητου και συνειδητού, που μπορεί να μην αποτυπώνονται ως τέτοιες στη θεωρία, αλλά αποτυπώνονται στις πρακτικές απολήξεις μεγάλης μερίδας των δυνάμεων του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.

Η μία ταυτίζει τη σχέση αυθόρμητου και συνειδητού με τη σχέση κινήματος και κόμματος ή, ακόμα παραπέρα, με τη σχέση οικονομικού και πολιτικού αγώνα, διαχωρίζοντας αυτά τα ντουέτα με σινικά τείχη. Σε αυτήν την εκδοχή, τα εργατικά στρώματα που αγωνίζονται είναι το αυθόρμητο, δεν έχουν σαφή στόχο και προοπτική και δίνουν μάχες γύρω από οικονομικά ζητήματα. Ενώ αντιθέτως, το κόμμα αντιπροσωπεύει το συνειδητό, που έχει γνώση του στρατηγικού στόχου και του δρόμου επίτευξής του, αυτό που θα καθοδηγήσει το κίνημα και, στην ουσία, θα δώσει τον πολιτικό αγώνα.

Η άλλη ακραία εκδοχή βλέπει μια αυτόματη, γραμμική πορεία μετατροπής του αυθόρμητου σε συνειδητό μέσα από την ταξική πάλη, χωρίς ιδιαίτερες διαμεσολαβήσεις, συνεισφορές, τομές και άλματα.

Στην αποψινή τοποθέτηση θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε μια διαλεκτική σύνδεση του αυθόρμητου με το συνειδητό, καθώς και τον ρόλο της πρωτοπορίας στη σχέση αυτή. Θα εξετάσουμε αν όλα τα αυθόρμητα είναι ίδια, την επιρροή των τάσεων χειραφέτησης και υποταγής σε αυτά, καθώς και την πολύμορφη και πολυεπίπεδη επαναστατική πρωτοπορία που γεννούν ακριβώς τα διάφορα επίπεδα συνειδητότητας του επαναστατικού υποκειμένου, ακριβώς η ιστορική κίνηση της εργατικής τάξης.

Η μαρξιστική φιλοσοφία διαχωρίζει –διαλεκτικά, βέβαια και όχι σαν να πρόκειται για δυο τελείως διαφορετικά πράγματα– το Είναι, δηλαδή αυτό που υπάρχει υλικά, αντικειμενικά, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, από τη Συνείδηση, αυτό που αντιλαμβάνεται ότι όντως είναι, ο τρόπος που ερμηνεύει την πραγματικότητα, άσχετα αν όντως συμπίπτει με αυτήν. Στην εργατική τάξη, που μελετάμε και θεωρούμε ως κοινωνικό υποκείμενο της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, αν αυτά τα δύο ταυτιζόντουσαν, δηλαδή αν η εργατική τάξη είχε συνείδηση ακριβώς του Είναι της, του κομβικού ρόλου που παίζει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά και των δυνατοτήτων υπέρβασής του, τότε θα είχε ήδη επαναστατήσει και η σημερινή συζήτηση δεν θα διεξαγόταν καν. Ταυτόχρονα η διαλεκτική αναδεικνύει τη δυνατότητα του Είναι να μετασχηματιστεί όταν υιοθετήσει τη Συνείδηση που αντιπροσωπεύει την τάση χειραφέτησής του. Δηλαδή όταν η εργατική τάξη αντιληφθεί το ρόλο της και επαναστατήσει, θα πάψει πια να είναι εργατική τάξη και θα είναι «ελεύθερα συναιτεριζόμενοι παραγωγοί» ή –πριν την επανάσταση αγωνιστές μιας τέτοιας προοπτικής. Έχει νόημα όμως να μελετήσουμε αυτό το χάσμα μεταξύ του Είναι της εργατικής τάξης και της Συνείδησής της.

Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης δεν έχει πλήρη και επαναστατική συνείδηση του ρόλου της, γιατί κατά βάση έχει εν μέρει στρεβλή αντίληψη για το Είναι της. Δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως τάξη «καθεαυτή», ως ολότητα, καθώς αποτελείται από διαφορετικά τμήματα, με διαφορετικές εμπειρίες και κοινωνική προέλευση. Ο κατακερματισμός και η ανομοιογένεια αυτή –σήμερα περισσότερο ορατή από ποτέ– δεν της επιτρέπει να αντιληφθεί αυτόματα την ενότητά της. Ταυτόχρονα η αποξένωση του εργάτη από τα μέσα παραγωγής και το προϊόν της παραγωγής του, αλλά και ο φετιχισμός του εμπορεύματος, δεν του επιτρέπουν να αντιληφθεί την υλική πραγματικότητα όπως είναι, να τραβήξει την κουρτίνα της πολύπλοκης καπιταλιστικής παραγωγής και να δει τις σχέσεις παραγωγής και τον δικό του ρόλο σε αυτές. Τέλος η αστική ιδεολογία και αφήγηση έρχεται να απλώσει και αυτή ένα μαύρο πέπλο στις ήδη δυσδιάκριτες κοινωνικές σχέσεις με αναλύσεις που συσκοτίζουν, για τους πλούσιους που πέτυχαν γιατί ίδρωσαν, ήταν ευφυείς ή άρπαξαν τις ευκαιρίες, για την ανταγωνιστική φύση του ανθρώπου ή για τις οικονομικές κρίσεις που προκλήθηκαν από τα αθρόα δάνεια που έπαιρναν οι εργάτες. Στο σήμερα, τα νέα, πνευματικά κατά κύριο λόγο εργαζόμενα τμήματα της εργατικής τάξης, που εργάζονται στους πιο πρωτοπόρους τομείς και έχουν πιο βαθειά γνώση και σχέση με τις δυνατότητες της παραγωγής, μπορούν να αποκαλύψουν πολύ πιο εύκολα το μυστικιστικό πέπλο που ρίχνει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και να φωτίσουν την ουσία που χαρακτηρίζει τις κοινωνικές σχέσεις.

Το πρόβλημα όμως δεν σχετίζεται αποκλειστικά με την ελλειπή ή στρεβλή συνειδητοποίηση του Είναι της εργατικής τάξης. Σχετίζεται και στον διττό χαρακτήρα που έχει το Είναι. Η εργατική τάξη ως κινητήρια δύναμη των μέσων παραγωγής αλλά και ως εκμεταλλευόμενη κοινωνική ομάδα, έχει την τάση και την ανάγκη να χειραφετηθεί από τα δεσμά του κεφαλαίου, αλλά ταυτόχρονα για να επιβιώσει έρχεται σε σχέση ανταλλαγής με το κεφάλαιο, του πουλάει οικειοθελώς, «ελεύθερα» την εργατική της δύναμη, έχει την τάση να εξαρτάται από αυτό. Αυτές οι δύο τάσεις συνυπάρχουν στην εργατική τάξη και σε κάθε αγώνα της. Η σύγκρουση αυτών των δύο τάσεων οξύνονται με την ανάπτυξη των αντιφάσεων του καπιταλισμού και η πλήρης ηγεμονία των τάσεων χειραφέτησης είναι αυτή που θα απελευθερώσει τελικά την εργατική τάξη από τον ίδιο της τον εαυτό και θα μετασχηματίσει το Είναι της. Τότε θα κυριαρχήσει ο ρόλος της ως αξίας χρήσης έναντι του ρόλου ως ανταλλακτικής αξίας.

Προσπαθώντας τώρα να αναγνώσουμε το χαρακτήρα του αυθορμήτου μπορούμε να πάψουμε πια να το αντιμετωπίζουμε ως κάτι πλήρως διαχωρισμένο από το συνειδητό. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν είναι τελείως αυθόρμητο. Πάντα υπάρχει ένα κάποιο συνειδητό υπόβαθρο που προκαλεί μια φαινομενικά εντελώς αυθόρμητη κίνηση. Ας θυμηθούμε τον Δεκέμβρη του 2008. Μία εξέγερση που θεωρήθηκε η επιτομή της αυθόρμητης κίνησης. Ήταν όμως τελείως αυθόρμητη; Ή εμπεριείχε στο εσωτερικό της ουσιαστικά συνειδητά στοιχεία; Το φόντο της καπιταλιστικής κρίσης που μόλις ξεσπούσε, η γενιά των 751 και οι παρακαταθήκες των μεγάλων φοιτητικών κινημάτων του ’06-’07, συνέθεταν ένα ορισμένο σώμα, έναν πυρήνα συνείδησης, που έδωσαν στο φυτίλι του «δεν θα πυροβολάνε και 15χρονα στους δρόμους» ευρύτερο πλαίσιο αντιπαράθεσης με το καπιταλιστικό εμπόρευμα και την αποθέωσή του, με την καταστολή του κράτους μέχρι του ποινολογίου του καθηγητή, με τα ψευδεπίγραφα όνειρα για μια επιτυχημένη καριέρα, με κρίσιμες πλευρές του καπιταλιστικού στάτους.

Το ερώτημα είναι πού εδράζεται αυτό το συνειδητό. Γιατί είναι διαφορετική μια αυθόρμητη κίνηση που εδράζεται σε μια διαστρεβλωμένη αντανάκλαση των αντιθέσεων της καπιταλιστικής παραγωγής και της ταξικής πάλης, μια κίνηση που εξαρτά την πρακτική της από το κεφάλαιο -από τα κέρδη του αφεντικού και την εθνική ανάπτυξη- και τελικά υποτάσσεται σε αυτό, και διαφορετική μια αυθόρμητη κίνηση η οποία έστω και πρωτόλεια ή εμβρυακά επιδιώκει να συγκρουστεί με πτυχές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας και άρα εμπεριέχει την τάση και τη δυνατότητα επαναστατικής συνειδητοποίησης. Για παράδειγμα, μια αυθόρμητη αντίδραση που γεννιέται μέσα από τις εμπειρίες που έχει διαμορφώσει η συνείδηση από την καπιταλιστική πραγματικότητα, μπορεί να εκφράζεται με μερική οικονομική διεκδίκηση, όμως σε σύγκρουση με την εργοδοσία και την κυβέρνηση, όχι σε διαπραγμάτευση. Ένα τέτοιο αυθόρμητο δεν είναι σε αντιπαράθεση με την ταξική συνείδηση, αλλά αντιθέτως μπορεί να γίνει αφετηρία για τη διαμόρφωσή της, αν οι τάσεις χειραφέτησης μπορέσουν να αλληλεπιδράσουν με το εν λόγω κίνημα και να αναδυθούν στον αφρό της πάλης. Αντίθετα μπορεί το αυθόρμητο να έχει αντιδραστικά χαρακτηριστικά. Το αυθόρμητο που ηγεμονεύουν πλήρως οι τάσεις υποταγής και που όχι μόνο δεν λειτουργεί σαν τροχοπέδη στην αστική πολιτική, αλλά την αβαντάρει. Τέτοιες ήταν οι πρόσφατες αυθόρμητες εθνικιστικές κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό, ή παλαιότερα οι αγανακτισμένοι κάτοικοι του Αγίου Παντελεήμονα, αυθόρμητες κινήσεις που πρέπει να πολεμηθούν.

Συνήθως όμως το αυθόρμητο εμφανίζεται σε μικτές μορφές. Το κίνημα των πλατειών του 2011 είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολυμορφίας του αυθορμήτου λόγω της σύνθετης σχέσης μεταξύ των τάσεων υποταγής και των τάσεων χειραφέτησης που εκφράστηκαν σε πλατιά λαϊκά στρώματα. Έτσι μπορεί να είχαμε τις «πάνω» πλατείες των πατριωτών αγανακτισμένων και τις «κάτω» πλατείες των αυτοοργανωμένων αγανακτισμένων. Να είχαμε το «έξω τα κόμματα», αλλά «ναι στα μαχώμενα σωματεία και συλλογικότητες». Και τέλος ο ίδιος κόσμος που έδωσε τις πιο σκληρές μάχες σώμα με σώμα με την αστυνομία, που έμαθε συλλογικά να αγωνίζεται και να αντιστέκεται, κατέληξε να ηγεμονεύεται από τις κυβερνητικές αυταπάτες του ΣΥΡΙΖΑ. Σε τέτοιες κρίσιμες καμπές ξεχωρίζει και το επαναστατικό συνειδητό από το ρεφορμιστικό συνειδητό. Από το συνειδητό δηλαδή που αντί να προωθεί και να βαθαίνει την εργατική πολιτική και επαναστατική αντίληψη, προσπαθεί να την φιμώσει και να την πισωγυρίσει. Που οι κινήσεις του, αντιστοιχούν στην καλύτερη σε ένα αγωνιστικό αυθόρμητο -αν δεν είναι και πίσω από αυτό- και σίγουρα όχι σε μια συνειδητή πρωτοπορία.

Ο ρεφορμισμός έρχεται να παίξει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, όπως ορθά τον περιέγραφε και η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Όντας η ηγεμονία των τάσεων υποταγής από το κεφάλαιο μέσα στους αγώνες της εργατικής τάξης μια αναπόφευκτη φάση στην ιστορική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, έκφραση της διαλεκτικής αντίφασης ανάμεσα στον καθημερινό αγώνα και την κοινωνική επανάσταση, ο ρεφορμισμός έρχεται να αποθεώσει την αυθόρμητη κίνηση των μαζών, να υποβιβάσει τον πολιτικό αγώνα σε οικονομικό και τελικά να οδηγήσει στην ενσωμάτωση από μια κυβέρνηση που θα υποσχεθεί οικονομικές παραχωρήσεις.

Σημαντικό ρόλο στην πλευρά του αυθορμήτου, που πολλές φορές υποτιμάται, ή ακόμα και λοιδορείται, αλλά ήταν ιδιαίτερα έντονη σε κινήματα ή ξεσπάσματα του παρελθόντος, είναι η αυθόρμητη αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση εκκινεί από τη μη ικανοποίηση από το υπάρχον. Σε αντίθεση με το τι μπορεί να πίστευε το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα το Μάη του ’68, η αμφισβήτηση είναι έμβρυο και προϋπόθεση της αναζήτησης και της διεκδίκησης και όχι αντίθετό τους. Το βάθος της λογικής και το πλάτος της απεύθυνσης που θα πάρει αυτή η αμφισβήτηση θα κριθούν από την αλληλεπίδρασή της με τις πρωτοπόρες δυνάμεις και τη δυνατότητά της να συνδεθεί και να μετασχηματιστεί από άρνηση σε θετική πρόταση.

Τα όρια του αυθορμήτου αποτυπώνονται στα όρια που μπορεί να έχει η συνειδητοποίηση αποκλειστικά μέσα από την καθημερινή πρακτική της ταξικής πάλης. Και αν όντως η πράξη είναι το κυρίαρχο και αυτό που προκαλεί την αλλαγή, αδυνατεί ταυτόχρονα να οδηγήσει αυτόματα το επιμέρους άτομο να κατανοήσει το «όλον» του καπιταλισμού. Τα όρια τα οποία συναντούν στις μέρες μας οι απλές αυθόρμητες κινήσεις εμφανίζονται πολύ πιο γρήγορα και το βάθεμα της συνειδητοποίησης των αγώνων γίνεται πιο γοργά, καθώς για να ξεκινήσει, πόσο μάλλον να νικήσει, και ο πιο μικρός αγώνας, χρειάζεται ευρύτερες συγκρούσεις, ευρύτερο αξιακό και πολιτικό πλαίσιο, ευρύτερο ορίζοντα και προοπτική. Είναι το σημείο που η αντικειμενική καμπή της ταξικής πάλης που έχει προκαλέσει την αυθόρμητη κίνηση, πρέπει πια να ακολουθηθεί από ευρύτερες διεργασίες που η ίδια η αυθόρμητη κίνηση με τη σειρά της προκάλεσε. Και επειδή οι διεργασίες αυτές, που μπορούν να καταλήξουν ως την καμπή της επανάστασης, δεν αυτοσχεδιάζονται, είναι αναγκαία η συνδρομή της επαναστατικής θεωρίας αλλά και της ιστορίας και του πολιτισμού.

Βέβαια η συνείδηση, όπως και η συνειδητοποίηση δεν δημιουργείται μόνο στην παραγωγή. Χαρακτηριστικά ο Λένιν το περιέγραφε με τη λογική του «απ’ έξω». Και με αυτό το «απ’ έξω» δεν εννοούσε αποκλειστικά και μόνο «έξω από την τάξη», υπονοώντας το κόμμα, το οποίο ούτως ή αλλιώς αποτελείται από πρωτοπόρα κομμάτια της τάξης, αλλά κυρίαρχα ήθελε να αναδείξει το «έξω από τη σφαίρα των οικονομικών σχέσεων στον επιμέρους χώρο», αναδεικνύοντας ότι η συνείδηση διαμορφώνεται από το σύνολο των ταξικών και κοινωνικών σχέσεων, με ευρύτερους κοινωνικούς, πολιτικούς και θεωρητικούς όρους. Άρα ούτε οι αυθόρμητες κινήσεις, ούτε οι αναγκαίες συνειδητοποιήσεις μπορούν να περιορίζονται στενά στις οικονομικές σχέσεις, αλλά πρέπει να απλώνονται σε όλες τις πλευρές εκμετάλλευσης και καταπίεσης του καπιταλισμού, καθώς και στα πεδία της ιστορίας, της θεωρίας και του πολιτισμού, και βεβαίως σε εκείνα του κράτους και της εξουσίας, ώστε να μπορούν να μετατραπούν σε επαναστατική πολιτική δραστηριότητα.

Σε αυτά τα όρια που συναντώνται στο αυθόρμητο, ο βασικός ρόλος της πρωτοπορίας είναι να μπορεί να αποτελεί το «πνεύμα» που θα ανεβάζει τις αυθόρμητες κινήσεις –αλληλεπιδρώντας με αυτές- ως το ύψος του επαναστατικού προγράμματός της και όχι να προσπαθεί να κατέβει στο πολιτικό επίπεδο των αυθόρμητων ορίων ή να αποσπαστεί ή απομονωθεί από αυτές. Η κατεύθυνση που θα πάρουν οι αυθόρμητες κινήσεις των μαζών, όπως είπαμε και πριν εμπεριέχουν και συνειδητά στοιχεία και σίγουρα δεν κρίνεται μόνο κατά τη διάρκεια του ξεσπάσματός τους, αλλά κρίνεται τόσο από το τι έχει προηγηθεί, όσο και από το τι θα επακολουθήσει. Υπό αυτήν τη σκοπιά ορίζονται και τα καθήκοντα των πρωτοποριών σε θεωρητικό, πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο, ώστε να προετοιμάσουν τις μάχες πριν αυτές ξεσπάσουν, να τις βοηθήσουν να αναπτυχθούν, να πολιτικοποιηθούν, να συνεχίσουν μέχρι τέλους και όχι να πισωγυρίσουν, να μην αφήσουν τον κόσμο του αγώνα να απογοητευτεί από τις ενδεχόμενες ήττες, αλλά να κάνει την πείρα του, μαγιά νέων αγώνων και να γενικεύσει τις εμπειρίες και τα συμπεράσματα του αγώνα του. Αλλά ακόμα περισσότερο να μπορέσουν να αναπτύξουν το σύνολο των αντιφάσεων του καπιταλισμού στην οικονομική, πολιτική και ιδεολογική σφαίρα, ιεραρχώντας αντίστροφα από την αυθόρμητη-αυτόματη διαδικασία των μαζών, τις χειραφετητικές πλευρές των δυνατοτήτων απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, ως κυρίαρχες από τις πλευρές της απλής βελτίωσης των σχέσεων εκμετάλλευσης, αλλά τελικά ακόμα πρόσδεσης μαζί του.

Παρ’ όλα αυτά, και το συνειδητό έχει ταυτόχρονα στοιχεία αυθόρμητου. Όχι μόνο γιατί το ασυνείδητο έρχεται πάντα πριν το συνειδητό και άρα κάθε τι συνειδητό, έχει προηγηθεί ιστορικά ως αυθόρμητο, αποτελώντας απλά διαφορετικές στιγμές της ίδιας διαδικασίας και αναδεικνύοντας την ταυτόχρονη συνύπαρξή τους. Αλλά και γιατί ακόμα και η πιο χειραφετημένη, η πιο μαζική και συγκεκριμένη επαναστατική δράση δεν μπορεί να συλλάβει το σύνολο της ιστορικής κίνησης και την προοπτική της, άρα αντικειμενικά εμπεριέχει και αυθόρμητες στιγμές και δεν είναι οδηγίες συνταγής επαναστατικής μαγειρικής. Αυτή η διαρκή αλληλοδιαπλοκή αυθόρμητου και συνειδητού δεν μας επιτρέπει να ορίσουμε με στενότητα την έννοια της πρωτοπορίας όπως κάνει το παράδειγμά μας στην αρχή της τοποθέτησης με τον πλήρη διαχωρισμό αυθόρμητου-συνειδητού και αντίστοιχα πρωτοπορίας-μαζών, αλλά ούτε και να υποτιμήσουμε την αναγκαιότητα ύπαρξης πρωτοπορίας. Πρέπει όμως να αντιληφθούμε την έννοια της πρωτοπορίας με έναν πιο πολυεπίπεδο και εν τέλει πιο πραγματικό τρόπο.

Ούτως ή άλλως δεν είναι λίγες οι φορές που οι αυτοαποκαλούμενες πρωτοπορίες βρέθηκαν πίσω από τις αυθόρμητες μάζες, αναδεικνύοντας έτσι ότι μάλλον η πρωτοπορία σε εκείνη την ιστορική στιγμή ήταν οι ίδιες οι μάζες, ενώ στις λεγόμενες πρωτοπορίες υπερίσχυσαν οι αυθόρμητες τάσεις υποταγής και ομαλότητας. Αυτό μπορούμε να το διακρίνουμε έντονα στο Γαλλικό Μάη με το Γαλλικό ΚΚ, να κρατάει μια συντηρητική στάση από τον πόλεμο στην Αλγερία, μέχρι τα αιτήματα των μεγάλων απεργιών, όταν το αυθόρμητο κίνημα εξέφραζε πολύ πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Αντίστοιχη ήταν η στάση του ΚΚΕ το Δεκέμβρη το 2008 που έσπευσε να καταγγείλει την εξεγερμένη νεολαία, μιλώντας για επαναστάσεις που δεν θα σπάσουν ούτε τζάμι! Χαρακτηριστικά παραδείγματα κινημάτων βέβαια που ταυτόχρονα ανέδειξαν ότι από μόνη της η αυθόρμητη πρωτοπορία δεν αρκεί.

Είχε απόλυτο δίκιο λοιπόν ο Μαρξ όταν στις θέσεις του για τον Φόυερμπαχ τόνιζε ότι και ο παιδαγωγός πρέπει να διαπαιδαγωγείται. Η Ρόζα αντιλαμβανόμενη αυτή τη διαλεκτική σχέση συνειδητού και αυθόρμητου τόνιζε ότι δεν μπορεί να υπάρχει ένας αεροστεγής διαχωρισμός μεταξύ του συνειδητού πυρήνα του προλεταριάτου του κόμματος και των μη κομματικών τμημάτων του προλεταριάτου, καθώς η επαναστατική παιδαγωγία της δράσης του αυθόρμητου ταξικού αγώνα είναι αυτή που πολλές φορές καθορίζει την τακτική της επαναστατικής πολιτικής της πρωτοπορίας. Η δημιουργία, το βάθεμα και η σφυρηλάτηση των πρωτοποριών δεν θα γίνει μέσα σε κλειστή εκπαίδευση στρατώνων, αλλά μέσα στη μάχη της ταξικής πάλης.

Αντιλαμβανόμενοι την ύπαρξη επίπεδων συνειδητότητας στην εργατική τάξη, την αλληλοδιαπλοκή τους, αλλά και την ουσιαστική τους αξία χρήσης, θα πρέπει να αντιληφθούμε το επαναστατικό υποκείμενο με αντίστοιχη πολυμορφία πρωτοποριών. Έτσι υπάρχει η πολιτικοϊδεολογική πρωτοπορία που εκφράζεται στο επαναστατικό υποκείμενο με την πλευρά του επαναστατικού, κομμουνιστικού κόμματος, που δρα με πυρήνα και στρατηγικό στόχο την κομμουνιστική απελευθέρωση, υπηρετεί την επαναστατική τακτική και προωθεί την ηγεμονία των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών. Υπάρχει η βασική πολιτική επαναστατική πρωτοπορία που ενοποιεί και μετασχηματίζει όλη την πλατιά αντικαπιταλιστική συνειδητή και ημισυνειδητή τάση και δράση των εργαζομένων. Διαμορφώνεται στη βάση της εξυπηρέτησης και προώθησης της εργατικής πολιτικής και επιδιώκει την ενιοποίηση των επιμέρους πολιτικών αγώνων σε αγώνα για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της εκάστοτε κυρίαρχης αστικής στρατηγικής. Εκφράζεται από το αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο ως πλευρά του επαναστατικού υποκειμένου. Τέλος υπάρχει η μερική πρωτοπορία που εκκινώντας από τους οικονομικούς αγώνες και με ηγεμονία των χειραφετητικών τάσεων, διαμορφώνει συνειδητά μια ευρύτερη αριστερή αντικαπιταλιστική πολιτική κατεύθυνση σε αυτούς. Αυτήν την πλευρά του επαναστατικού υποκειμένου εκφράζει η αριστερή-αντικαπιταλιστική πτέρυγα του μαζικού κινήματος. Η τριπλέτα των πρωτοποριών του επαναστατικού υποκειμένου που περιγράψαμε παραπάνω είναι σε διαρκή μεταβολή και αλληλεπίδραση, με την επιμέρους αυτοτέλειά τους αλλά και την αποφασιστική συμβολή τους ως όλον και, βεβαίως, με καθοριστική, αδιαπραγμάτευτη τη συνεισφορά του κόμματος κομμουνιστικής απελευθέρωσης, του στρατηγικού «τιμονιέρη» της ανατρεπτικής-χειραφετητικής πρωτοπορίας. Και φυσικά όπως επισήμανε και ο Μαρξ, με την ταυτόχρονη διαρκή σχέση των αυθόρμητων και συνειδητών τάσεων, με την αλληλοδιαπλοκή των πρωτοποριών με το μαζικό κίνημα, στην τελική η απελευθέρωση των εργατών ή θα είναι έργο των ιδίων ή δεν θα υπάρξει.

Δείτε ολόκληρη την εισήγηση του Φοίβου Λιναρδάτου στο video: 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: