Εισήγηση: Από τα «κίτρινα γιλέκα» στους αναπληρωτές – Εργασιακός μεσαίωνας στην ΕΕ και εργατικές-λαϊκές αντιστάσεις

Vasilatou_1Ολόκληρη η εισήγηση της Βίκυς Βασιλάτου,  μέλους του συντονιστικού αναπληρωτών-αδιόριστων εκπαιδευτικών, βιολόγου,  στην ημερίδα 30 Μάρτη 2019:

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1993) θεσμοθετείται η Ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική και ιδρύεται με το άρθρο 123 της συνθήκης το ΕΚΤ (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο με σκοπό την προώθηση της απασχόλησης μέσω δράσεων επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικού αναπροσανατολισμού ). Ακολουθεί η έκδοση της Λευκής βίβλου (1995) «Διδασκαλία και μάθηση προς τη μαθησιακή κοινωνία» και μετά η πράσινη Βίβλος (1996) «Για την εκπαίδευση την κατάρτιση και την έρευνα τα εμπόδια στη διακρατική κινητικότητα». Ενσωμάτωση των δύο βίβλων στη συνθήκη του Αμστερνταμ (1997) «κείμενα εκπαίδευσης, κατάρτισης, απασχόλησης».

Ακολουθεί η διακήρυξη της Μπολόνιας (1999) «εγκαθίδρυση ενιαίου χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ) για την προώθηση της συγκρισιμότητας, συμβατότητας, κινητικότητας με καθιέρωση δύο κύκλων σπουδών, 1ος κύκλος: 3 έτη το βασικό πτυχίο, 2ος κύκλος: 2 έτη το μεταπτυχιακό και διδακτορικές σπουδές 3 έτη». Διακήρυξη Βουδαπέστης – βιέννης 2010 οπότε γίνεται επιβεβαίωση, επικαιροποίηση της Μπολόνιας στην οποία τονίζεται η εκούσια δέσμευση της κάθε χώρας για τον ΕΧΑΕ χωρίς επιβολή της διαδικασίας (προχωρήστε και κάντε το αλλιώς θα γίνει με τη βία). Και έρχεται η στρατηγική της Λισσαβόνας το 2000, η οποία αναθεωρείται το 2005 με την οποία γίνεται συγκεκριμενοποίηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ προγραμματισμός και δράσεις υλοποίησης της δια βίου μάθησης. Διαδικασία Κοπεγχάγης προτεραιότητες που επαναβεβαιώνονται κάθε 2 χρόνια, καθιέρωση εργαλείων αναγνώρισης προσόντων για σύγκλιση συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης

Κινητικότητα, ανάγκη προσαρμογής επαγγελματικής κατάρτισης στις μεταλλαγές της βιομηχανίας, σύναψη κλαδικών και επιχειρησιακών συμφωνιών για την υιοθέτηση ευέλικτων μορφών απασχόλησης, για την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των απαιτούμενων δεξιοτήτων και των μορφών απασχόλησης υπό το πρίσμα της δια βίου μάθησης, προώθηση συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων ερευνητικών κέντρων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και κρατικών φορέων, διασφάλιση ποιότητας και εναρμόνιση πτυχίων μέσω εφαρμογής κοινών μεθόδων, ανάπτυξη εργαλείων εξατομικευμένης μάθησης, είναι οι βασικοί στόχοι της Ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Συντονισμένες δράσεις στις χώρες-μέλη της ΕΕ, με τις λεγόμενες συμβουλευτικές παρεμβάσεις διεθνών οργανισμών (ΕΕ, OOΣA, PISA, UNESCO, Διεθνής Τράπεζα κ.ά.) και με τη συνδρομή ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών και προγραμμάτων που προβάλλονταν με τη μορφή επικουρικότητας, συμπλήρωσης και ενθάρρυνσης, με στόχο την ομοιοτροπία, την εναρμόνιση και τη σύγκλιση, αποτυπώνουν την ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική στα κείμενα των διακηρύξεων, των αποφάσεων, των διαβουλεύσεων και των οδηγιών που ανακοινώνονταν από κοινοτικά όργανα, και στα διάφορα κοινοτικά προγράμματα για την εκπαίδευση, όπως π.χ. τα Erasmus, Lingua, Comenius, Davinci κ.ά. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι δράσεις συνοδεύονταν με τα αλλεπάλληλα επιχειρησιακά προγράμματα του ΥΠΠΕΘ [ΜΟΠ (1986-1993), Α΄ ΚΠΣ (1989-1993), Β΄ ΚΠΣ (1994-1999), Γ΄ ΚΠΣ (2000-2006), ΕΣΠΑ (2007-2013) και ΕΣΠΑ (2014-2020)], τα οποία προωθούσαν συγκεκριμένες δράσεις, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Ειδικά για την επταετία 2014- 2020 έχει γίνει ενοποίηση των δράσεων στο πρόγραμμα Erasmus+ με αύξηση της χρηματοδότησης, με απλοποίηση των όρων συμμετοχής, με προτεραιότητα τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την εργασία, προώθηση μεταρρυθμίσεων συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης με στόχο προσέλκυσης 4 εκατομμυρίων ατόμων.

Ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα, ενίσχυση κοινωνικού προσώπου και αύξηση της προσαρμοστικότητας των εργαζόμενων είναι το ζητούμενο για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτελεί το υπόβαθρο στο οποίο προωθούνται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε όλες τις βαθμίδες στην εκπαίδευση, για τους εργαζόμενους του σήμερα και για ένα «λαμπρό μέλλον» των μαθητών και φοιτητών, για να δανειστώ την έκφραση από την κοινή ανακοίνωση Γαβρόγλου, Ράμος εκπροσώπου του ΟΟΣΑ το φθινόπωρο του 2017.

Αυτό είναι το πολιτικό υπόβαθρο του Ευρωπαϊκού εργασιακού μεσαίωνα

Αυτές είναι οι προτεραιότητες της νεοφιλελεύθερης Ευρωπαϊκής Εκπαιδευτικής Πολιτικής

Πρώτον: Η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και

 Δεύτερον: Η μείωση των δημόσιων δαπανών για την εκπαίδευση, η ιδιωτικοποίηση και η ανάπτυξη της ακαδημαϊκής αγοράς

 Η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο

Περιλαμβάνει κατά προτεραιότητα την εφαρμογή, καθιέρωση, επέκταση και μονιμοποίηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων στους εργαζόμενους στην εκπαίδευση, δηλαδή στους εκπαιδευτικούς, τους εργαζόμενους στην καθαριότητα, το Ειδικό Βοηθητικό προσωπικό αλλά και κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους κλπ. Κι ακόμα την λειτουργία του σχολείου ως «εργαστήριο» αναπαραγωγής των ελαστικών εργασιακών σχέσεων στις νέες γενιές.

Αυτά πραγματοποιούνται μέσω σωρείας μέτρων, νόμων και πλαισίων που ξεκινάνε από τις Ευρωπαϊκές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμενοποιούνται με τα μνημόνια που στην ουσία δεν αποτελούν κάτι διαφορετικό παρά την προσπάθεια εφαρμογής τους με στοχευμένα προγράμματα.

Ας μιλήσουμε για την ελαστική εργασία λοιπόν στη εκπαίδευση

Οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί είναι το πολυπληθέστερο κομμάτι των ελαστικά εργαζόμενων (περίπου 33.000 αυτή τη στιγμή σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση) με διάφορες σχέσεις εργασίας άλλοι πλήρους κι άλλοι μειωμένου ωραρίου, αυτοί που προσλαμβάνονται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού κι άλλοι μέσω ΕΣΠΑ, ακόμα και με μπλοκάκι στα σχολεία Δεύτερης ευκαιρίας, εκείνοι που προσλαμβάνονται από την αρχή της σχολικής χρονιάς ενώ άλλοι για 5 μήνες μέχρι και 4 μήνες για να πιστοποιηθεί απλά η διδασκαλία κάποιων μαθημάτων των απολυτηρίων των μαθητών των γυμνασίων και των λυκείων.

Ένα όχι ευκαταφρόνητο κομμάτι των αναπληρωτών δουλεύει σχεδόν σταθερά τα τελευταία χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, μετά από το σταδιακό άδειασμα των σχολείων, αφού δεν έχουν γίνει προσλήψεις τα τελευταία 10 χρόνια για την κάλυψη των κενών θέσεων που προέκυψαν από τις συνταξιοδοτήσεις. Ο αριθμός 33000 που ανέφερα δεν αποτελεί τον πραγματικό αριθμό των αναγκών αφού υπάρχουν κενά ακόμα και τώρα και κάθε χρόνο συμβαίνει αυτό μέχρι το τέλος της χρονιάς. Αν προσθέσουμε και τους εκπαιδευτικούς οι θέσεις των οποίων χάθηκαν με τις συγχωνεύσεις σχολείων και τμημάτων που έγιναν τα τελευταία χρόνια υποβαθμίζοντας την ποιότητα της εκπαίδευσης το νούμερο αυτό μπορεί να εκτοξευτεί σε έναν αριθμό μεγαλύτερο πιθανά από 40.000.

Με το τελευταίο νομοσχέδιο που ψήφισε η κυβέρνηση για το προσοντολόγιο, ονομάζοντάς το νομοσχέδιο για ενιαίο σύστημα προσλήψεων, επιχείρησε την πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας. Να νομιμοποιήσει και να μονιμοποιήσει τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις ώστε σε προοπτική μιας δεκαετίας να υπάρχουν μόνο αυτές, με εξαίρεση ίσως διευθυντές ή στελέχη της εκπαίδευσης που θα ηγούνται και στην εφαρμογή της αστικής πολιτικής. Να πούμε ότι σε δημοτικά σχολεία της επαρχίας αναπληρωτές ήδη κάνουν και χρέη διευθυντών.

Η θέσπιση του προσοντολόγιου, δηλαδή, της υπερμοριοδότησης των μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων σε βάρος του πτυχίου, ανώτατο όριο της προσμέτρησης της προϋπηρεσίας (ταβάνι) στους 120 μήνες και η διαρκής αλλαγή των όρων πρόσληψης (εννοείται με προσωρινή σχέση εργασίας) δεν αποτελεί τίποτα λιγότερο παρά τον εφαρμοστικό νόμο, έναν από τους πολλούς, των Ευρωπαϊκών πολιτικών που αναφέραμε στην αρχή. Βρίσκεται στην κατεύθυνση του ξεπεράσματος των καθυστερήσεων που υπάρχουν στην Ελλάδα, στην υλοποίησή τους.

1ος στόχος: Αποσύνδεση πτυχίου και εργασιακών δικαιωμάτων.

Στο Γκέτενμποργκ στις 17-11-2017 συναντήθηκαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες και αποφάσισαν τη διαμόρφωση προοπτικών καριέρας και για την ακρίβεια: Την Αλλαγή του σημερινού εργασιακού και συμβατικού status και διαφοροποίηση εντός των εκπαιδευτικών. Με λίγα λόγια ΟΧΙ ΕΝΙΑΙΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

Αυτό ταιριάζει πολύ καλά με τις μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια όπου επιχειρείται η αποδυνάμωση των προπτυχιακών σπουδών με «τράβηγμα» μαθημάτων στα μεταπτυχιακά, 3 έτη σπουδών – μπάτσελορ. Πλέον κανένας τίτλος σπουδών δεν θέλουν να εξασφαλίζει εργασιακή ασφάλεια. Ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων γίνεται ανταγωνισμός και των εργαζόμενων ως άτομα που ο καθένας πρέπει να έχει τον ατομικό του φάκελο προσόντων, που θα τον συνοδεύει από την μαθητική του ζωή και θα πρέπει να μαζεύει συνεχώς αποδείξεις και πιστοποιήσεις, ότι αξίζει να δουλεύει. Σε ένα τέτοιο μωσαϊκό προσόντων καθένας είναι ένας και οι συλλογικές διεκδικήσεις –συμβάσεις δεν θα έχουν νόημα.

2ος στόχος: κινητικότητα, ευελιξία στην αγορά εργασίας τόσο ως προς το κόστος εργασίας (μισθοί- ημερομίσθια) όσο και ως προς το χρόνο εργασίας (αύξηση εργασιακών ωραρίων , απλήρωτες υπερωρίες), σε εναρμόνιση με τη ζούγκλα του ιδιωτικού τομέα. Θέλουν να εξαφανίσουν και από τα πιο απατηλά όνειρα των εργαζόμενων ότι μπορεί να υπάρχει οποιαδήποτε νησίδα – πρότυπο άλλου τύπου εργασιακές σχέσεις πλήρους απασχόλησης με πλήρη δικαιώματα, όπως συμβαίνει ακόμα στο δημόσιο τομέα (ένα σημαντικό μέρος του τουλάχιστον). Άρα με τους όρους του νομοσχεδίου κανένας ακόμα και ο πιο προσοντούχος δεν θα κατέχει για πάντα τη θέση εργασίας, διότι όλο και περισσότεροι θα αποκτούν τα προσόντα και η προϋπηρεσία μετά από 13 χρόνια θα έχει δώσει το max των μορίων που μπορεί. Αν βέβαια δεν έχει γίνει αναπροσαρμογή που μάλλον αυτό θα γίνεται συνεχώς.

3ος στόχος: Ανάπτυξη της ακαδημαϊκής αγοράς προσόντων μεταπτυχιακά, σεμινάρια κλπ (εμπορευματοποιημένα προϊόντα πιστοποίησης προσόντων) τα οποία θα είναι διαρκώς μεταβαλλόμενα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες των επιχειρηματικών συμφερόντων που διαρκώς αλλάζουν και εδώ ταιριάζει πολύ καλά η λεγόμενη «δια βίου μάθηση». Δεξιότητες και όχι ολοκληρωμένη μόρφωση, ταχύρρυθμες εκπαιδεύσεις που μετρώνται με ώρες, προσαρμογή στο εκάστοτε στιγμιότυπο των επιχειρηματικών αναγκών όπως αυτές εκπληρώνονται ακόμα και τώρα. Διπλωματικές μεταπτυχιακών για λογαριασμό επιχειρήσεων, οι οποίες εκμεταλλεύονται τσάμπα τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς. Οι φοιτητές από τη μια πληρώνουν αδρά τις μεταπτυχιακές σπουδές τους, συντηρώντας το υποχρηματοδοτούμενο πανεπιστήμιο κι από την άλλη την υπεραξία της δουλειά τους την εκμεταλλεύονται άμεσα οι «αγορές» όπως ονομάζουν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις.

4ος στόχος: Αξιολόγηση – Πειθάρχηση

Η αξιολογική διαδικασία η οποία είναι εγγενώς συνδεδεμένη με την απόρριψη, επιδιώκουν να είναι μια αέναη διαδικασία που θα εξασφαλίζεται, από το προσοντολόγιο – κινούμενη άμμος, από την έλλειψη μόνιμων ενιαίων σχέσεων εργασίας ακόμα και από την εξατομίκευση των προσλήψεων από τους διευθυντές των σχολικών μονάδων. Το τελευταίο να πούμε ότι αποτελεί την πραγματικότητα για πολλά σχολεία της Ευρώπης όπως της Βρετανίας ή της Τσεχίας και είναι μέρος της στρατηγικής πολιτικής της ΕΕ και όχι επινόηση του «μπαμπούλα» Μητσοτάκη.

Το νομοσχέδιο λοιπόν για το προσοντολόγιο με διαδικασίες γρήγορες, αιφνιδιαστικές από τη μεριά του υπουργείου είναι ένα σημαντικό κομμάτι του puzzle στην προσπάθεια της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αποτελεί κομμάτι της επιθετικής προώθησης των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο πεδίο της εκπαίδευσης η οποία επιδιώκει τη ριζική μετάλλαξη του παιδαγωγικού, εργασιακού και μορφωτικού DNA της δημόσιας εκπαίδευσης και η οποία βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με τη λειτουργία της ως φυτώριου μιας νέας γενιάς εργαζόμενων, των μαθητών μας, των φοιτητών μας των παιδιών μας που από το λεξιλόγιό τους επιδιώκουν να βγουν οι όροι: συλλογική σύμβαση, μονιμότητα, 8ωρο, σύνταξη, άδεια ασθένειας ή μητρότητας.

(Δεν θα τους κάνουμε τη χάρη)

Αυτό το φυτώριο -θερμοκήπιο υπηρετεί και η μαθητεία. 17,12 ευρώ (το 75% του κατώτατου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη που είναι 22,83 ευρώ). Τα 11 ευρώ προέρχονται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο στα πλαίσια του ΕΣΠΑ 2014-2020 στο επιχειρησιακό πρόγραμμα « Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού –Εκπαίδευση και Δια βίου μάθηση». Απόφοιτοι του ΕΠΑΛ εργάζονται για εννέα μήνες, 28 ώρες εβδομαδιαίως, 25 άτομα ο μέγιστος αριθμός ανά τάξη μαθητείας και 203 ώρες παρακολούθησης εργαστηριακών μαθημάτων ειδικότητας.

Η εφαρμογή της μαθητείας που ξεκίνησε στην Ελλάδαπό πέρσι, το 2017-18 με τεράστια προσπάθεια προώθησής της από την κυβέρνηση με διαφήμιση, ταχύρρυθμα σεμινάρια εκπαιδευτών, έχει βρει πολύ μικρή αποδοχή στην Ελλάδα. Λιγότερο από 1% του ανθρώπινου δυναμικού είναι μαθητευόμενοι με αντίστοιχα ποσοστά στη Γερμανία (5,3%) Αυστρία (4,7%) Σλοβακία (3,6%).

Σε τι μαθητεύουν όμως στην πραγματικότητα οι μαθητές μας;

Πρέπει κατά την προτεραιότητα της ΕΕ να μάθουν καλά ότι:

Η αγορά καθορίζει τις ανάγκες, οι εργαζόμενοι κυνηγούν κάθε φορά τα αντίστοιχα προσόντα που απαιτούνται γι΄ αυτές, καταθέτουν βιογραφικά και ο εργοδότης διαλέγει. Αυτό είναι το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα της αγοράς.

Το ίδιο μάθημα θέλουν να διδάξουν στους αποφοίτους των ΕΠΑΛ, των δημόσιων και ιδιωτικών ΙΕΚ των Πανεπιστημίων. Προσαρμογή και μόνο προσαρμογή.

Ο Μάρτης του ΄18 και ο Γενάρης του ΄19 αποτέλεσαν μια χαραμάδα φωτός στην κατεύθυνση της αμφισβήτησης της αντίληψης ότι τα συμφέροντα της αγοράς και των εργαζόμενων ταυτίζονται και ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Ενώ η Ευρωπαϊκή πολιτική και οι υποστηρικτές της, το αστικό πολιτικό σύστημα κόμματα, αστικοί θεσμοί καπιταλιστές, ΣΕΒ αλλά και κοινωνικοί εταίροι όπως η ΓΣΕΕ, στο επίπεδο του θεσμικού συνδικαλισμού, επανέρχονται ξανά και ξανά στην προσπάθεια να πείσουν για το Ευρωπαϊκό ιδεώδες, μάζες νέων ανθρώπων προβάλλουν στο προσκήνιο που τολμούν να αμφισβητήσουν αυτό το πλαίσιο.

Μίλησαν για το δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή εργασία αλλά και για το δικαίωμα στη μόρφωση και τη δουλειά όλου του λαού.

Δεν θα κάνουμε ούτε βήμα πίσω από τον αγώνα ενάντια στην εργασιακή επισφάλεια και περιπλάνηση ήταν η κεντρική ιδέα των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος.

Στην κατάληψη της πρυτανείας και τις διαδηλώσεις εκφράστηκε η οργή για το κλέψιμο όλης της ζωής μας. Με ενέργειες υψηλού δυναμικού σε σχέση με τις συνηθισμένες πορείες, με ακτιβισμούς αλλά και συλλογική δράση κυρίως μέσα από την κατειλημμένη πρυτανεία που αναδείχτηκε σε κέντρο δράσης.

Οι πλειοψηφίες των ΟΛΜΕ , ΔΟΕ στιγμάτισαν με τις κατευναστικές αποφάσεις εμποδίζοντας κάθε ενέργεια που μπορούσε να πυροδοτήσει την κατάσταση. Δεν βγάζανε απεργίες, δεν συγκαλούσαν συνελεύσεις των προέδρων των ΕΛΜΕστη δευτεροβάθμια και των συλλόγων στην πρωτοβάθμια, αρνήθηκαν να παίξουν ακόμα και τον θεσμικό τους ρόλο. Έκαναν την πάπια. Να περάσει ο κακός καιρός. Αυτός είναι ο ρόλος άλλωστε που θέλει και η Ευρωπαϊκή πολιτική για το συνδικαλισμό. Θέλει έναν καλό εταίρο, που θα τραβάει από το αυτί όσους τολμάνε να αμφισβητήσουν, όχι τα επιμέρους μέτρα, αλλά το σύνολο της Ευρωπαϊκής πολιτικής και της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης εντός των πλαισίων της.

Αυτόν τον συνδικαλισμό ταΐζει η ΕΕ και αυτόν είναι που πρέπει να ξεπεράσει το μαχόμενο εργατικό κίνημα.

Ο εργασιακός μεσαίωνας που σχεδιάζεται και υλοποιείται από τα Ευρωπαϊκά επιτελεία είναι ο ίδιος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε το μοντέλο ούτε το πρότυπο. Ας σκεφτούμε πόσα από αυτά που περιγράψαμε και άλλα τόσα έχουν ήδη εφαρμοστεί στις αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης. Κι ας υπερηφανευτούμε και λίγο ότι τους έχουμε δυσκολέψει αρκετά. Η αξιολόγηση , η μαθητεία, το ευρωπαϊκό ιδεώδες είναι ακόμη ζητούμενα.

Κίτρινα γιλέκα

Στη Γαλλία, η οποία επισήμως δεν μπήκε επίσημα σε μνημόνιο, εφαρμόστηκαν ευρωπαϊκές πολιτικές σταθεροποίησης μείωσης ελλειμμάτων, φιλελευθεροποίησης της αγοράς της εργασίας – δηλαδή ελαστικές εργασικαές σχέσεις και εκεί, ιδιωτικοποίηση του κράτους, πολιτικές ελάττωσης δημόσιων δαπανών στην παιδεία και την υγεία, σταδιακά με τη σαλαμοποίηση των περικοπών.

Μείωση του κοινωνικού κράτους συγχωνεύσεις νοσοκομείων, τέσσερα νοσοκομεία σε ένα, ακρίβεια αύξηση τιμών κατά 20% με σταθερούς μισθούς για μια επταετία ενώ οι χαμηλοί μισθοί έμειναν σταθεροί για περισσότερο από μια δεκαετία. Ανεργία, μεταφορά βιομηχανιών προς Κίνα και Ελβετία, εκεί που υπάρχει το μεγαλύτερο κέρδος.

Κι εκεί όπως και εδώ όπως και σε όλον τον καπιταλισμό η κρίση του (καπιταλισμού) ξεπερνιέται με μείωση του εργατικού κόστους. Εκεί στοχεύουν τα μέτρα, στην απόσπαση μεγαλύτερης υπεραξίας. Αυτό σημαίνει ανταγωνιστική οικονομία, αυτή είναι η συμβολή και τα μέτρα που θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη.

Ο οικολογικός φόρος στο πετρέλαιο που ήταν ένας ταξικός φόρος που πλήττει τη φτωχότερη επαρχία ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Η βίαιη εισβολή στο προσκήνιο ενός πολύμορφου, βίαιου και θυμωμένου κινήματος με τις αντιφάσεις του, που τολμά να διαδηλώνει στο «Κολωνάκι» του Παρισιού απειλεί το μοντέλο του Ευρωπαϊκού καπιταλισμού αλλά και τις προβλέψεις- νουθεσίες του «τώρα πάμε σπίτι μας».

Κι επειδή η πείρα λέει ότι τα κινήματα που εξαντλούνται στα οδοφράγματα ηττώνται, και νικάνε μόνο όταν βάζουν θέματα εξουσίας, αξίζει να δουλέψουμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Νίκη εφ’ όλου του Ευρωπαϊκού ολοκληρωτικού καπιταλιστικού οράματος, μαζί με τους λαούς όλης της Ευρώπης.

Βίκυ Βασιλάτου,  μέλος του συντονιστικού αναπληρωτών-αδιόριστων εκπαιδευτικών, βιολόγος

Δείτε το video με την εισήγηση της Βίκυς Βασιλάτου:

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Φτιάξε site στο WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: