Πολιτική Εισήγηση στην Πανελλαδική Συνάντηση, 10-11 Ιουλίου 2021

Πρωτοβουλία διαλόγου για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα

Πανελλαδική Συνάντηση, 10-11 Ιουλίου

Πολιτική εισήγηση

  1. Εισαγωγή –

    Αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει!

Οι εξελίξεις στον καπιταλισμό με την έλευση της πανδημίας του κορωνοϊού, την αστική διαχείρισή της και την αποτυχία απάντησης, η πολύπλευρη κρίση του συστήματος, συνολικά οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης, «φωνάζουν» – άλλοτε δυνατά και άλλοτε υπόκωφα, αλλά σίγουρα αντικειμενικά – ότι «αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει»!

Η πρώτη μας Πανελλαδική Συνάντηση, αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό της προσπάθειας μας για ένα νέο πρόγραμμα και κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Έρχεται μετά και μέσα σε μια φάση εξελίξεων που σηματοδοτήθηκε από την τριπλή σοβαρή κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, – υγειονομική, οικονομική/κοινωνική και περιβαλλοντική. Γίνεται εξ αναβολής 15 μήνες μετά τον αρχικό σχεδιασμό μας, κυρίως λόγω των υγειονομικών συνθηκών, αλλά και κρίσιμων αδυναμιών και ταλαντεύσεων μας.

Όλο αυτό το διάστημα, από την δημοσίευση του «Κειμένου αρχών και γενικών κατευθύνσεων» που αποτελεί και τη βάση της συζήτησής μας, δεν μπορεί παρά να εκτιμήσουμε ότι οι εξελίξεις επιτείνουν την ανάγκη για συνολικότερες και στρατηγικές απαντήσεις απέναντι στις άλυτες και δομικές αντιφάσεις του συστήματος, ενισχύουν την ανάγκη για την ανάπτυξη ενός σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος και προγράμματος και της αντίστοιχης οργάνωσής του.

Σε αυτή την εκτίμηση μας συνηγορούν:

 i. Ο νέος γύρος βάρβαρων αναδιαρθρώσεων και μέτρων που προωθεί ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός -αξιοποιώντας και την πανδημία- στην προσπάθεια του να διαμορφώσει ένα νέο μοντέλο βαθύτερης εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και ένα αντίστοιχο καθεστώς ανελευθερίας για να ξεπεράσει αποτελεσματικά την πολύπλευρη κρίση του.

ii. Αυτή η νέα φάση της αντιλαϊκής πολιτικής θα προκαλέσει αντιστάσεις και θα βαθύνει τις αναζητήσεις εναλλακτικών αντισυστημικών απαντήσεων. Δείγματα αποτελούν μια σειρά αγώνες και εξελίξεις που αποτυπώνουν μια σχετική ανάπτυξη ενός πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού πριν και μετά την πανδημία. Οι αντιστάσεις αυτές και οι ελπιδοφόρες τάσεις κινδυνεύουν να ενσωματωθούν για άλλη μια φορά σε λογικές «δημοκρατικής», «πιο φιλολαϊκής» κυβερνητικής διαχείρισης ή σε ατελέσφορες λογικές περιορισμού σε κινηματικές προσπάθειες ανά χώρο ή ανά θέμα χωρίς προοπτική.

iii. Η συσσώρευση πολιτικής εμπειρίας σε ευρύτερα λαϊκά τμήματα και δυνάμεις από τη λογική της «αριστερής διαχείρισης» -σε διάφορες εκδοχές-, τόσο ως κυβέρνηση όσο και ως αντιπολίτευση στην Ελλάδα και διεθνώς, μπορεί να επιδράσει θετικά σε πολιτικές διεργασίες προς την ανατρεπτική αριστερά.

Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος;

Η πραγματική ιστορία περιλαμβάνει ανολοκλήρωτες προσπάθειες, αστάθμητους παράγοντες και τυχαία γεγονότα, και δεν ανάγεται απλώς στη διαδοχή των τρόπων παραγωγής. Κατανοούμε την ιστορία και την παρέμβαση των ανθρώπων ως φάσμα δυνατοτήτων και πεδίο συγκρούσεων. Γι΄ αυτό, το κείμενο αρχών μας ξεκινά με την υπογράμμιση ότι «Οι συνθήκες φτιάχνουν τους ανθρώπους όχι λιγότερο από ότι οι άνθρωποι τις συνθήκες».

Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αναζητούν μια άλλη προοπτική ενάντια και πέρα από τον καπιταλισμό, οραματίζονται μια χειραφετημένη κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και τάξεις, χωρίς καταπίεση και πολέμους, χωρίς αλλοτρίωση και διακρίσεις οποιουδήποτε τύπου. Τμήμα αυτής της αναζήτησης είμαστε κι εμείς. Σε αυτό το ιστορικό καθήκον θέλουμε να συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις, με την βεβαιότητα ότι «αυτός ο κόσμος πρέπει και μπορεί να αλλάξει».

Οι δρώντες άνθρωποι, το υποκείμενο της ιστορίας, μπορούν να υπερβούν τους αντικειμενικούς περιορισμούς και την κυριαρχία του συστήματος σε όλα τα πεδία, με βάση τις παραγωγικές, επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής, τις κατακτήσεις της σκέψης και του πολιτισμού, την μέχρι τώρα συσσωρευμένη εμπειρία του επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Μόνο με τη συνειδητή δράση, με την ικανότητα της άρνησης της δεδομένης πραγματικότητας μέσα από την ανελέητη κριτική (συνειδητή θεωρητική κριτική και έμπρακτη αμφισβήτηση) του καπιταλισμού, και θέτοντας το συνειδητό στόχο της ανατροπής αυτού του συστήματος, ο κόσμος μπορεί να αλλάξει.

Η πρώτη μας Πανελλαδική Συνάντηση θέλουμε να αποτελέσει διαδικασία επανεκκίνησης και ανάπτυξης της προγραμματικής συζήτησης, αλλά και της αναγκαίας πολιτικής παρέμβασης του δυναμικού της σύγχρονης κομμουνιστικής αναζήτησης στις πολιτικές εξελίξεις και τους ταξικούς αγώνες της περιόδου. Για την ανάπτυξη της κομμουνιστικής κριτικής στην πολύπλευρη κρίση του συστήματος. Συμβολή στην ταξική και πολιτική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος σε όλα τα πεδία.

Να ξεκινήσουμε από τους σκοπούς μας…

Για μας δεν νοείται σύγχρονη κομμουνιστική παρέμβαση η οποία μένει μόνο στο επίπεδο της θεωρίας και του προγράμματος χωρίς επίδραση στη μάχιμη πράξη του πολιτικού εργατικού κινήματος και συνολικά των ταξικών αγώνων, τη συγκρότηση μάχιμου εργατικού αντικαπιταλιστικού μετώπου. Αντίστοιχα, δεν μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικά μια πολιτική παρέμβαση στις εξελίξεις και στους αγώνες, όταν δεν βασίζεται σε ισχυρές προγραμματικές βάσεις σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής. Άρα, δεν μπορεί να υπάρχει πρόγραμμα χωρίς κόμμα και μαζική παρέμβασή του, ούτε αποτελεσματική χειραφετητική παρέμβαση και πρόγραμμα χωρίς την επαναστατική οργάνωση-κόμμα.

Η ανθρώπινη χειραφέτηση διαμεσολαβείται και προκύπτει από τη διαλεκτική ενότητα πολιτικού-κοινωνικού, από τη σχέση της «σκεπτόμενης και πάσχουσας ανθρωπότητας» (Μαρξ). Με τη διαδικασία μας αυτή, θέλουμε να εκκινήσουμε πιο σχεδιασμένα, πιο οργανωμένα και επιταχυνόμενα τα βήματα που είναι αναγκαία, ώστε να συγκροτηθούν προγραμματικά, πολιτικά και οργανωτικά αυτοτελώς οι επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις, ώστε να αρθεί η αλληλουχία εκρήξεων / ξεσπασμάτων / ταξικών συγκρούσεων – οπισθοδρομήσεων / αυταπατών / συμβιβασμών, εν τέλει η ήττα/αδυναμία των καταπιεσμένων να πάρουν το τιμόνι της ζωής τους και της κοινωνίας στα χέρια τους. Ώστε να συγκροτηθεί η εργατική τάξη της εποχής μας σε «τάξη για τον εαυτό της», κοινωνικά, πολιτικά, προγραμματικά και οργανωτικά.

Η Επανάσταση αντλεί την ποίησή της από το μέλλον! Προϋπόθεση για αυτό είναι να υπερβεί κριτικά το παρελθόν της, σαν συνέχεια και ασυνέχεια της προσπάθειας απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από κάθε εκμετάλλευση, καταπίεση και εξουσία. Μόνο έτσι δικαιώνει και τις γενιές που χάθηκαν στον παγκόσμιο αγώνα για καθολική χειραφέτηση.

2. Ο σύγχρονος καπιταλισμός και οι προοπτικές του

Στην «Πρόταση αρχών και γενικών κατευθύνσεων», πριν ένα χρόνο σημειώναμε σχετικά:

«O καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί μια δυναμική ενότητα δομών και σχέσεων που εξελίσσονται στο χρόνο. Στα πλαίσια αυτά, πέρα από τους επαναστατικούς μετασχηματισμούς που ανατρέπουν τον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής και οδηγούν σ’ έναν άλλο, μπορούμε να δια­κρίνουμε και μετασχηματισμούς που μεταλλάσσουν σημαντικές πλευρές του υπάρχοντος συστή­ματος και των κοινωνικών του σχέσεων, συμβάλλοντας στην αναπαραγωγή του με νέους όρους και μορφές».

Ο καπιταλισμός αλλάζει διαρκώς, ενίοτε με μεγάλες τομές, αλλά πάντα για να μείνει τραγικά ίδιος ως προς την βασική εκμεταλλευτική – καταπιεστική του ουσία.

Για αυτό ακριβώς η «καρδιά» του νέου σταδίου είναι η ποιοτικά ανώτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων. Ο σύγχρονος καπιταλισμός συνδυάζει οργανικά και με ιστορικά πρωτότυπο τρόπο την απόσπαση απόλυτης υπεραξίας με την απόσπαση σχετικής υπεραξίας, την εντός παραγωγής (άμεση) με την εκτός παραγωγής (έμμεση) εκμετάλλευση, σπρώχνοντας δισεκατομμύρια ανθρώπους κάτω από το φυσικό όριο επιβίωσης και αυξάνοντας κατακόρυφα την ανεργία, την επισφαλή και ελαστική εργασία.

Στη νέα βαθμίδα εξέλιξής του, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός καθολικοποιεί τις εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και σε όλη τη διάσταση της σχέσης ανθρώπου και φύσης. Εμπορευματοποιεί πλήρως τους φυσικούς πόρους, την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, δομές και σχέσεις της οικογένειας ή της κοινότητας, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την επικοινωνία, τα προσωπικά δεδομένα και άλλες πλευρές.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός γενικεύει τα πεδία παρέμβασής του μετατρέποντας σε ιδιωτική ιδιοκτησία ό,τι από τον δημόσιο πλούτο, τον δημόσιο χώρο και τα κοινά αγαθά μπορεί να αξιοποιηθεί για την παραγωγή κέρδους και την ιδιοποίηση ξένης απλήρωτης εργασίας: Ταυτόχρονα η γιγάντωση των ιδιωτικών χρεών των νοικοκυριών, μαζί και η εκτόξευση δημόσιου (εξωτερικού) χρέους των κρατών, διαμορφώνουν μια επιταχυνόμενη διαδικασία συγκέντρωσης ατομικής ιδιοκτησίας που προσδίδουν στο σύγχρονο καπιταλισμό στοιχεία μιας «μοντέρνας» απολυταρχίας του πλούτου, με ιδιοκτησία ακόμη και επί του μέλλοντος και επί της ίδιας της φύσης.

Ο καπιταλισμός της εποχής μας ανασυγκροτεί το «στρατόπεδο» του κεφαλαίου, με ισχυροποίηση των αστικών κρατών αλλά και πολυεθνικών πολιτικό-στρατιωτικών και οικονομικών οργανισμών (ΝΑΤΟ, ΕΕ, G7, ΠΟΕ, ΔΝΤ κλπ). Την ίδια στιγμή τα Πολυεθνικά Πολυκλαδικά Μονοπώλια, με κεφάλαια και ισχύ πολλαπλάσια πολλών κρατών καθίστανται ηγετική δύναμη. Η παρουσία «ψηφιακών γιγάντων» τύπου AMAZON ξεχωρίζει όλο και περισσότερο, υπερβαίνοντας διαλεκτικά το «μονοπώλιο» που στην περίοδο του ιμπεριαλισμού αποτελούσε την κύρια μορφή συγκρότησης του κεφαλαίου στο τότε «νεότατο στάδιο του καπιταλισμού».

Ο σύγχρονος καπιταλισμός αλλάζει την τεχνολογική του βάση. Η προώθηση της «ψηφιακής» και της «πράσινης επανάστασης», συνολικά οι τεχνολογίες που προωθούνται με βάση την λεγόμενη 4η βιομηχανική επανάσταση (ρομποτική, τεχνητή νοημοσύνη, γενετική μηχανική, βιοπληροφορική). Οι νέες μορφές παραγωγής και αποθήκευσης ενέργεια που προωθούνται, όσο και αν ακόμη αποτελούν ανολοκλήρωτες τάσεις, αλλάζουν την μορφή εμφάνισης των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και την βάση συγκρότησης της σύγχρονης εργατικής τάξης. Όπως η οργανωμένη εργατική τάξη του 20ου αιώνα εμφανίστηκε στα τσαγκαράδικα και τις οικοδομές, στις θηριώδεις εταιρείες ηλεκτρισμού και μετάλλου, στην FIAT και στην RENAULT, έτσι και σήμερα θα πρέπει το επαναστατικό και κομμουνιστικό κίνημα να οργανώσει τις «οικοδομές» και τις FIAT του 21ου αιώνα.

Η υπερανάπτυξη του κεφαλαίου, η συγκέντρωση και συγκεντροποίησή του, δίνει τη δυνατότητα να αναλαμβάνει όλο και περισσότερους τομείς της παραγωγής με πανκοινωνική απεύθυνση (ενέργεια, νερό, υγεία, έρευνα κλπ) με αποτέλεσμα το κράτος να μετασχηματίζεται σε ένα αντιδραστικό «κράτος-στρατηγείο», με άλλα λόγια σε ένα κράτος με κύριο προορισμό την ρύθμιση των σχέσεων ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου με απόσυρση από την παραγωγή αλλά και την κοινωνική προστασία.

Η σημερινή ισχυρή τάση «επαναφοράς του κράτους» δεν έχει βασικά την έννοια της επαναδραστηριοποίησης του στην παραγωγή (αν και σε μερικές περιπτώσεις κατ’ εξαίρεση συμβαίνει και αυτό), αλλά βασικά μια νέα επεκτατική πολιτική στήριξης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων για να ανακάμψει το ποσοστό κέρδους ώστε να επιστρέψουν στην «αγορά». Το αστικό κράτος σε κάθε χώρα «ψαλιδίζεται» και κυρίως μετασχηματίζεται τόσο από τις δυνάμεις του κεφαλαίου, όσο και από τις υπερεθνικές ολοκληρώσεις που αναλαμβάνουν σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα τη δημιουργία του «πλαισίου» μέσα στο οποίο κινούνται τα εθνικά κράτη και οι κυβερνήσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδιαμορφώνονται και οι διεθνείς σχέσεις. Ο ανταγωνισμός της αγοράς έχει ως «φυσικό» ανάλογο την προβολή πολιτικό-στρατιωτικής ισχύος, τον πόλεμο στην ημερήσια διάταξη, ενώ η πολεμική βιομηχανία αποτελεί βασικό στυλοβάτη της, μαζί με τις ανθούσες βιομηχανίες κυβερνοπολέμου, ψηφιακής επιτήρησης και υπηρεσιών «ασφάλειας».

Τίποτα δεν είναι πιο ταξικό και συνδεδεμένο με τον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων από ότι η κλιματική κρίση και συνολικότερα η περιβαλλοντική καταστροφή. Η οικολογική κρίση δήλωσε «παρούσα» στο ξέσπασμα της πανδημίας, καθώς διαμορφώνει όλο και περισσότερο περιβάλλοντα νοσηρότητας, σε αστικές -και όχι μόνο- περιοχές και προϋποθέσεις ώστε κάθε πανδημία από αυτόν ή τον άλλο ιό, να μετατρέπεται σε υγειονομική και κοινωνική συνδημία. Η λεγόμενη «Πράσινη Μετάβαση», πέρα από τη διαμόρφωση ενός ακόμη πεδίου καπιταλιστικής δραστηριότητας και κερδοφορίας, αποδεικνύεται «πουκάμισο αδειανό»: Από τη μια στα «προγράμματα διάσωσης» έχουν κορυφαία θέση εταιρείες ορυκτών καυσίμων. Από την άλλη, από τα πακέτα στήριξης των 15 τρις συνολικά των 50 μεγαλύτερων οικονομιών το 2,5% κατευθύνεται στη λεγόμενη «Πράσινη Μετάβαση», συχνά με αναδόχους ενεργειακούς κολοσσούς των ορυκτών καυσίμων (πχ TOTAL) και με κριτήριο τη δημιουργία νέου πεδίου κερδοφορίας και όχι όπως ψευδεπίγραφα λέγεται «νέου ενεργειακού προτύπου».

Αν ο προηγούμενος κύκλος της παγκόσμιος καπιταλιστικής κρίσης του 2007 και κυρίως η απάντηση σε αυτήν από τις δυνάμεις του κεφαλαίου, έβγαλε με εμφατικό τρόπο στην επιφάνεια σημαντικά στοιχεία του νέου σταδίου του καπιταλισμού στο πεδίο της οικονομίας και της εργασίας, η σημερινή πολιτική απάντηση του καπιταλισμού στην πανδημία, φανέρωσε σημαντικές πλευρές του και στην πολιτική σφαίρα, όπως και στο πεδίο των αξιών, συνολικά του πολιτισμού της κοινωνίας του κεφαλαίου.

Η επίθεση στις πολιτικές ελευθερίες, με πρόσχημα την υγειονομική πλευρά, έρχεται να συμπληρώσει και να στερεώσει βαθιές αντεργατικές «μεταρρυθμίσεις». Συνολικά η αντιδημοκρατική στροφή του σύγχρονου καπιταλισμού είναι ο σιαμαίος αδερφός της βαθύτερης εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Δεν αποτελεί «εξαίρεση», δεν είναι κάποιο αυταρχικό κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά η πολιτική μορφή που αντιστοιχεί τόσο στη σύγχρονη καπιταλιστική επιθετικότητα όσο και στο φόβο του συστήματος για νέου τύπου εξεγερτικά, ακόμη και επαναστατικά γεγονότα και για αυτό ακριβώς το λόγο το δικαίωμα στον αγώνα μπαίνει πρώτο στο στόχαστρο.

Παράλληλα, ο σύγχρονος καπιταλισμός επιχειρεί μια βουτιά στην αντίδραση και στο πεδίο των αξιών και συνολικά του κοινωνικού πολιτισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η βάρβαρη αντιμετώπιση των μεταναστών και των προσφύγων, η όξυνση των ρατσιστικών φαινομένων και πρακτικών, η κλιμάκωση της έμφυλης βίας, οι γυναικοκτονίες, η καταπίεση και οι διακρίσεις με θύματα ειδικά τις γυναίκες και τα ΛΟΑΤΚΙΑ άτομα της εργατικής τάξης.

Μέσα σε αυτό το συνολικά αντιδραστικό πλαίσιο, η επανεμφάνιση των στερεοτύπων περί κατωτερότητας των γυναικών, η ενίσχυση πατριαρχικών αντιλήψεων, η υποτίμηση των ανθρώπων με διαφορετικό χρώμα και καταγωγή, συγκροτούν ένα ιδεολογικό – αξιακό πλαίσιο ιστορικής οπισθοδρόμησης του κοινωνικού πολιτισμού. Οι ιδέες αυτές δεν αφορούν μόνο τη σύγχρονη ακροδεξιά, αλλά διασχίζουν συνολικά τα κυρίαρχα ρεύματα, πολλές κυβερνήσεις και τα ΜΜΕ. Την ίδια στιγμή, οι κυρίαρχες «φιλελεύθερες» αστικές δυνάμεις, εμφανίζονται ψευδεπίγραφα ως οι «θεραπευτές» μιας νοσηρής κατάστασης που δημιουργούν: υποστηρίζουν υποκριτικά τα ατομικά δικαιώματα ως ατομική υπόθεση ή ως θέμα έστω μιας ομάδας ή «ταυτότητας», αποκομμένα από το κοινωνικό πλαίσιο των διακρίσεων και στα όρια μιας πολιτικής συνολικών χτυπημάτων των κοινωνικών δομών και βαθέματος της εκμετάλλευσης.

Η νέα οικονομική κρίση ξέσπασε μαζί με την υγειονομική και ενώ ακόμη δεν είχαν κλείσει οι πληγές του προηγούμενου κύκλου. Στο πλαίσιο αυτό, ξεδιπλώνεται ένα νέο κύμα αναδιάρθρωσης της καπιταλιστικής οικονομίας -που χαρακτηρίζεται και ως ψηφιακό- το οποίο απορροφά ήδη σημαντικά συσσωρευμένα και λιμνάζοντα κεφάλαια με υψηλές προσδοκίες κερδοφορίας. Όμως, η μαζική εισαγωγή πολύ εξελιγμένων συστημάτων αυτοματισμού, της ρομποτικής, της τεχνητής νοημοσύνης, των δικτύων 5G, της κβαντικής υπολογιστικής και του «internet των πραγμάτων» στα μέσα και την οργάνωση της παραγωγής, θα θέσουν ξανά σε κρίση το σύστημα απόσπασης υπεραξίας. Θα απογειώσουν γενικά την εκμετάλλευση των εργατών. Δεν μπορούν όμως να επιφέρουν ανακοπή και αντιστροφή της τάσης πτώσης του μέσου ποσοστού καπιταλιστικού κέρδους, λόγω της τεράστιας αύξησης της χρήσης σταθερού κεφαλαίου (μηχανήματα κ.λ.π.) που ως γνωστόν δεν αποδίδει υπεραξία.

Η νέα ψηφιακή εποχή δεν αφορά μόνο τη γιγάντωση του τομέα της ηλεκτρονικής. Συγκροτεί νέους τομείς βιομηχανιών και παραγωγής ψηφιακής τεχνολογίας, ενώ επίσης διαπερνά οριζόντια όλους τους τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας. Στενά συνδεδεμένες με αυτή τη διαδικασία είναι η προώθηση της τηλεργασίας και συνεπώς ο μεγαλύτερος έλεγχος επί της εργασίας. Ακόμη πιο σημαντική αντιδραστική τομή αποτελεί η στροφή στην λεγόμενη τηλεκπαίδευση. Η εκτόπιση της ζωντανής εργασίας από ρομποτικά συστήματα, διαμορφώνει νέες στρατιές ανέργων, και, κυρίως, ενισχύεται η τάση συνολικής αντιδραστικής αναδόμησης των εργασιακών σχέσεων σε βάρος της εργατικής τάξης.

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν σημαντικές ανακατατάξεις εντός του πλέγματος των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών και ιμπεριαλιστικών κέντρων. Αρκεί να θυμηθούμε ότι οι οικονομίες των χωρών του G7 που συναντήθηκαν πρόσφατα, παρήγαγαν το 80% του ΑΕΠ το 1967, ενώ σήμερα περίπου το 40%.

Στη νέα γεω-πολιτική και γεω-οικονομική διάταξη που διαμορφώνεται, ξεχωρίζει η ορμητική ανάδυση της Κίνας σε βάρος κυρίως των ΗΠΑ, μαζί και η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τη Ρωσία. Η τελευταία αν και έχει ασθενική οικονομία, διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο σε συμμαχία με την Κίνα.

Ο ανταγωνισμός των ΗΠΑ με Κίνα και Ρωσία θα ενταθεί με την Προεδρία Μπάιντεν, ενώ την ίδια στιγμή θα επιχειρηθεί η καλύτερη ενοποίηση στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, που είχε σχετικά υποχωρήσει επί Τράμπ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση της μετά-BREXIT εποχής είναι ακόμη περισσότερο διαιρεμένη, αλλά και επιθετική σε ότι αφορά τις πολιτικές που ασκούνται στο εσωτερικό των κρατών μελών της. Οι φυγόκεντρες τάσεις δυναμώνουν, με την Ιταλία να μη μπορεί να παρακολουθήσει την πορεία του διδύμου Γαλλίας-Γερμανίας και είναι πιο ανοιχτή στις σχέσεις με την Κίνα. Η Γαλλία ονειρεύεται να μετατρέψει την Αφρική σε ενδοχώρα της. Η Γερμανία αναπτύσσει ενεργειακή διασύνδεση με τη Ρωσία παρά την αντίθεση με τις ΗΠΑ. Οι υπόλοιπες χώρες περιμένουν το «λογαριασμό» των νέων μέτρων αναδιάρθρωσης που θα έρθουν μετά την εκταμίευση των λεγόμενων Πακέτων Ανάκαμψης. Σε κάθε περίπτωση, η Γερμανία, με ενισχυμένη πλέον θέση, διεκδικεί επιτακτικά το «Μεγάλο Μετασχηματισμό» με εμβάθυνση της ενοποίησης της ΕΕ υπό την ασφυκτική δική της ηγεμονία.

Η ενισχυμένη κρατική παρέμβαση που υπάρχει ως αντίδραση στη σημερινή κρίση, δεν είναι ασυνήθιστη από ιστορική άποψη στον καπιταλισμό και δεν σηματοδοτεί ούτε το «τέλος του νεοφιλελευθερισμού», ούτε γενικότερα κάποια «αλλαγή υποδείγματος» για την αντιμετώπιση των καπιταλιστικών κρίσεων. Συνοδεύεται με επαίνους και επιδείξεις κοινωνικής ευαισθησίας, ωστόσο ο σκοπός της είναι η προστασία επιχειρήσεων και η ενίσχυση της κερδοφορίας τους. Μια προσωρινή έστω επίδραση της κρατικής στήριξης σε αξιόλογη αναπτυξιακή δυναμική με κάποια (άνισα από ταξική άποψη πάντα) θετικά αποτελέσματα για τις θέσεις εργασίας και το εισόδημα, προϋποθέτει να πέσουν χρήματα σε παραγωγικές επενδύσεις και όχι σε χαρτοφυλάκια μετοχών επιχειρήσεων και μεγαλομετόχων. Αυτό δε συμβαίνει στην πράξη. Είναι ενδεικτικά τα μέτρα Μπάιντεν στις ΗΠΑ: Οι άμεσες κρατικές επενδύσεις δεν θα ξεπεράσουν το 3% στο σύνολο του ΑΕΠ, ενώ οι ιδιωτικές είναι της τάξης τους 15-20%. Αυτό σημαίνει ότι το «ρυθμό», την κατεύθυνση των επενδύσεων, την ίδια την απόφαση για αυτές, την κρατά ο ιδιωτικός τομέας των πανίσχυρων πολυεθνικών. Το ίδιο συμβαίνει με το Μεγάλο Πακέτο Στήριξης της ΕΕ που κατευθύνεται στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και φυσικά σε συνδυασμό με «μεταρρυθμίσεις» που καλούνται να προωθήσουν οι κυβερνήσεις.

Ο λεγόμενος νεο-κεϋνσιανισμός δεν αφαιρεί κρίσιμο ζωτικό χώρο από τον ιδιωτικό τομέα, αντίθετα παρέχει κρατική στήριξη σε αυτόν.

Τι μπορούμε να ξεχωρίσουμε από όλες αυτές τις εξελίξεις και τάσεις;

Πρώτο: Η καπιταλιστική κρίση επιμένει. Παρά τις εναλλαγές σε περιόδους ύφεσης και θετικής ανάκαμψης, οι προσδοκίες για ανάκαμψη τύπου V διαψεύδονται: Μετά από κάθε κρίση καταγράφεται απώλεια πλούτου, αλλά και «διόρθωση» καμπύλης προβλέψεων πάντα προς τα κάτω, καθώς ποτέ δεν ανακτώνται τα προ κρίσης επίπεδα ανάπτυξης. Η αναιμική ανάπτυξη, που μοιάζει με σύρσιμο, είναι η βασική εικόνα.

Δεύτερο: Στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, καταγράφεται η αποτυχία απάντησης του σύγχρονου καπιταλισμού στην πανδημία, μαζί και η εργαλειακή εκβιαστική αξιοποίησή της για εκφοβισμό των λαών, το τσάκισμα των λαϊκών ελευθεριών και ενίσχυση των κερδοσκόπων του αστικού κόσμου σε βάρος των εργατικών τάξεων σε όλο τον κόσμο.

3. Ο Ελληνικός καπιταλισμός σήμερα

Ο ελληνικός καπιταλισμός διανύει την τρίτη φάση ενός ευρύτερου κύκλου ριζικής αναδιάρθρωσης με μεγάλες τομές στη οικονομία, τις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας, το κράτος-δημόσια διοίκηση και το πολιτικό σύστημα.

Το πρώτο κύμα συντελέστηκε στη βίαιη και απότομη μνημονιακή τομή του 2010-2015, με αποφασιστικό ρόλο στο σχεδιασμό στα επιτελεία της ΕΕ, συνειδητή συμμετοχή της ντόπιας αστικής τάξης και τις διαδοχικές κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ/ΝΔ/ΛΑΟΣ/ΔΗΜΑΡ σε ρόλο πολιτικού ενορχηστρωτή σε ότι αφορά την υλοποίηση. Τα διαδοχικά πακέτα μνημονίων συνιστούσαν μια ριζική ανατροπή του κοινωνικού συσχετισμού σε βάρος των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, ενώ παράλληλα σηματοδοτούσαν την οργανική διασύνδεση της ελληνικής οικονομίας (σε «δεύτερους» πάντα ρόλους) στη νέα αρχιτεκτονική της ΕΕ των Προγραμμάτων Σταθερότητας.

Η δεύτερη φάση αφορούσε την πολιτική σταθεροποίηση της νέας ευρω-ενωσιακής, αστικής μνημονιακής πραγματικότητας, έργο που διεκπεραιώθηκε σε καθοριστικό βαθμό μέσω της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και γενικότερα μέσω της ηγεμονίας της λογικής της κυβερνητικής λύσης από τα πάνω, στη βάση ενός εφικτού προγράμματος και χωρίς ρήξη με το πλαίσιο της ΕΕ.

Στη σημερινή τρίτη περίοδο, η επιστροφή της ΝΔ στη διακυβέρνηση, ως κυρίαρχου και πάλι πόλου του αστικού διπολισμού, σηματοδοτεί την επιδίωξη της αποφασιστικής συνέχειας στις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, έχοντας το πλεονέκτημα του πλήγματος σε κάθε έννοια εναλλακτικής που προκάλεσε η μνημονιακή αλλά και φιλοαμερικάνικη και φιλοΝΑΤΟική διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Η αστική τάξη, στο πλαίσιο αυτής της περιόδου ξεκίνησε με υψηλές φιλοδοξίες διεκδικώντας ένα διπλό άλμα:

Από τη μια, εμβάθυνση των αστικών μνημονιακών «μεταρρυθμίσεων» με επικέντρωση στα θέματα της εργασίας και του πλήγματος στην οργάνωση και τις ελευθερίες των εργαζομένων.

Από την άλλη, επιχείρηση γεωπολιτικής και γεω-οικονομικής αναβάθμισης στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Η υγειονομική και οικονομική κρίση ψαλίδισε σε κάποιο βαθμό αυτές τις φιλοδοξίες, οδήγησε και σε πλήγματα σε τμήματα του κεφαλαίου (ειδικά στον τουρισμό και σε μικρές εμπορικές επιχειρήσεις), αλλά κάθε άλλο παρά ανέστειλε τις βασικές αυτές επιδιώξεις. Αντίθετα, χάρη και στη συναινετική στάση της αντιπολίτευσης και την υποταγή της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος, έδωσε πολιτικά κέρδη στην αστική τάξη στον εσωτερικό ταξικό συσχετισμό.

Έτσι, η κυβέρνηση εν μέσω πανδημίας, εκμεταλλευόμενη την τελευταία εκβιαστικά σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, δρομολόγησε πλήθος σοβαρών νόμων με στόχο να πλήξει το δικαίωμα της απεργίας, την ελεύθερη δράση των συνδικάτων, την κατάργηση στοιχειωδών εργατικών δικαιωμάτων όπως το 8ωρο, τον περιορισμό των διαδηλώσεων, την επίθεση στο φοιτητικό κίνημα με την πανεπιστημιακή αστυνομία, την «απελευθέρωση» των πλειστηριασμών και άλλων.

Η επίθεση στις λαϊκές ελευθερίες αναδεικνύεται σε αυτές τις συνθήκες σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα, που δεν μένει ωστόσο χωρίς μαζικές αγωνιστικές αντιστάσεις, παρά την ουσιαστική συναίνεση από την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση.

Η κυβέρνηση της ΝΔ, μέσω και της συνάθροισης στελεχών από την ακροδεξιά (πχ Βορίδης), «εκσυγχρονιστές» και παλιό ΠΑΣΟΚ (Χρυσοχοϊδης κ.α.), ρεταλιών της διαχειριστικής αριστεράς (πχ Θεοδωρικάκος), επιχειρεί να εμφανιστεί ως η «εθνική ομάδα» της «μεταρρύθμισης» και της ανασυγκρότησης του καπιταλισμού και του αστικού μπλοκ στην Ελλάδα.

Προωθεί επιθετικά την υλοποίηση των απαιτήσεων του ΣΕΒ και της ΕΕ, ενώ την ίδια στιγμή ενσωματώνει την εθνικιστική και αντικομμουνιστική ρητορική της ακροδεξιάς, επιδιώκοντας να ενσωματώσει και την εκλογική βάση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, την οποία η αντιφασιστική δράση έστειλε στα σκουπίδια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να πλασαριστεί ως ο εναλλακτικός «δημοκρατικός πόλος» στο πλαίσιο ενός αστικού διπολισμού, τη στιγμή που συναινεί στα βασικά στοιχεία της πολιτικής της ΝΔ, γεγονός που αποκρυσταλλώνεται ακόμη και στην ψήφιση πολλών νομοσχεδίων της, όπου κινείται με τη λογική «στηρίζουμε τα θετικά, αντιπαλεύουμε τα αρνητικά».

Σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένο πως ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι καν ο ΣΥΡΙΖΑ του 2010-2012 με κυρίαρχο το στοιχείο του αριστερο-ρεφορμιστικού κυβερνητισμού με κάποιες κινηματικές αναφορές, αλλά ένα αρχηγικό κόμμα αστικής μεταμόρφωσης, με διαπιστευτήρια «λογικής» διακυβέρνησης. Οι διαφορές του με τη ΝΔ είναι υπαρκτές, αλλά αυτές δεν αφορούν τον πυρήνα της αστικής πολιτικής όπου συμπίπτουν στους δύο βασικούς άξονες που προαναφέρθηκαν.

Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι και σε ότι αφορά τη στόχευση της αστικής τάξης της Ελλάδας για αναβάθμιση της θέσης της στην περιοχή, τα μεγάλα αποφασιστικά βήματα έγιναν από μεριάς ΣΥΡΙΖΑ. Η «Συμφωνία των Πρεσπών» έδωσε ώθηση στην προώθηση του ρόλου του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, με αντάλλαγμα την ισχυροποίηση της θέσης της Ελλάδας στις διαφορές της με τη Βόρεια Μακεδονία και ευρύτερα στην περιοχή.

Το ίδιο ισχύει και με την ανανέωση της συμφωνίας για τη βάση της Σούδας με τις ΗΠΑ, μαζί και η εκκίνηση ευρύτερης συνεργασίας με παραχώρηση νέων βάσεων στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Στο ίδιο πλαίσιο, η ΝΔ επιχειρεί να σταθεροποιήσει και να βαθύνει τους άξονες και συμμαχίες πολέμου της Ελλάδας με Ισραήλ και Αίγυπτο, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης των επιθετικών φιλοδοξιών της για τις εξορύξεις στις ΑΟΖ, έναντι της επιθετικής και αναθεωρητικής πολιτικής της αστικής τάξης της Τουρκίας. Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, είναι άδικος και αντιδραστικός και από τις δύο μεριές.

Οι κομμουνιστές και το εργατικό κίνημα στις δύο χώρες, μάχονται για την ανατροπή των πολεμικών σχεδίων στις δυο χώρες, από θέσεις υπεράσπισης της ειρήνης και ενάντια σε κάθε αλλαγή χερσαίων ή θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, πρόταξης των εργατικών συμφερόντων, αλληλεγγύης μεταξύ των λαών ενάντια στην εθνικιστική υστερία, αντιμετώπισης της αντι-προσφυγικής πολιτικής της ΕΕ και Ελλάδας-Τουρκίας, της προστασίας του περιβάλλοντος.

Οι προοπτικές για τον ελληνικό καπιταλισμό όχι μόνο δεν ταυτίζονται, αλλά είναι ασύμβατες με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Η αστική τάξη αναπτύσσει τις δραστηριότητές της με κριτήριο τα δικά της συμφέροντα στο πλαίσιο των συμμαχιών και του όποιου ειδικού βάρους της παρέχει η προσκόλληση σε ΕΕ, ΝΑΤΟ και ΗΠΑ.

Οι προσανατολισμοί της για μια «εξώστρεφη» οικονομία που θα στηρίζεται κυρίως στα «διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα», δείχνουν ήδη τα αποτελέσματά τους: Η «ανταγωνιστικότητα» στη διεθνή αρένα προϋποθέτει συντριβή μισθών και δικαιωμάτων. Η πριμοδότηση του τουρισμού (και μάλιστα του διεθνούς μαζικού φτηνού τουρισμού), αύξησε την ευαλωτότητα της οικονομίας, πράγμα που οδήγησε σε συνθήκες πανδημίας σε κατάρρευση του κλάδου, με μεγάλες συνέπειες για τους εργαζομένους σε εισόδημα και θέσεις εργασίας.

Ταυτόχρονα, η επιδίωξη για «απελευθέρωση της αγοράς» προς όφελος του εργοδοτικού δεσποτισμού και των διαφόρων πολυεθνικών, οδήγησε σε καταστροφή πολυάριθμων μεσαίων στρωμάτων σε αστικές και ημι-αστικές και αγροτικές περιφέρειες.

4. Ο κομμουνισμός στον 21ο αιώνα

Ζώντας ήδη στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα βιώνει τη μεγαλύτερη ιστορικά απόσταση από τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειονότητας, από την ανάγκη για αρμονική συνύπαρξή της με το φυσικό περιβάλλον.

Γίνεται μεγάλη συζήτηση για τις αιτίες αυτής της αθλιότητας. Για εμάς, βρίσκονται στην εκμεταλλευτική και καταπιεστική ουσία του καπιταλισμού. Στον πυρήνα όλων αυτών των προβλημάτων βρίσκονται τα θεμελιώδη του στοιχεία: η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η καθολική εμπορευματοποίηση, η κρατική και εργοδοτική καταπίεση. Χωρίς σύγκρουση και αναμέτρηση με αυτούς του πυλώνες είναι αδύνατη ακόμη και η παραμικρή βελτίωση στη ζωή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Και χωρίς την κατάργησή τους είναι αδύνατη μια αξιοβίωτη ζωή.

Η πρόκληση είναι ξεκάθαρη: Εγκλωβισμός στις κάθε λογής ουτοπίες ότι μπορεί δήθεν οι ταξικές σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης να αφήσουν χώρο σε αντικαπιταλιστικά εγχειρήματα, να επιτρέψουν ενδιάμεσες λύσεις και σταδιακές μεταρρυθμίσεις ή αναζήτηση και δοκιμασία της μοναδικής βιώσιμης αντικαπιταλιστικής απάντησης: της ριζικής αντιπαράθεσης με τους πυλώνες και την ουσία του καπιταλισμού, από τη σκοπιά και με στόχο την ανατροπή και κατάργησή τους, την καθολική κοινωνική απελευθέρωση που αντιπροσωπεύει ο κομμουνισμός.

Δεν έχει νόημα μια τέτοια προσπάθεια, αντιτείνουν αρκετοί. Ο κομμουνισμός δοκιμάστηκε και απέτυχε.

Δεν συμφωνούμε. Δεν απεμπολούμε, φυσικά, τη μαρξιστική θεωρητική παράδοση ούτε τους αγώνες και τις απόπειρες εκατομμυρίων ανθρώπων να πορευτούν σε έναν δρόμο πέρα από τον καπιταλισμό. Παρά την κατάληξή τους, προσέφεραν πολύ περισσότερα απ’ ό,τι θα πρόσφερε η αποδοχή του καπιταλιστικού μονόδρομου. Απ’ όλα αυτά αντλούμε εμπειρίες και διδάγματα. Δεν μηδενίζουμε, ούτε εξιδανικεύουμε.

Η αποτυχία μιας προσπάθειας κομμουνιστικής χειραφέτησης δεν ισοδυναμεί με αποτυχία κάθε αντίστοιχης προσπάθειας στο μέλλον. Ο κομμουνισμός στον οποίο στρατευόμαστε έρχεται κυρίως από το μέλλον:

* Στηρίζεται στα θεωρητικά εφόδια του επαναστατικού μαρξισμού και κυρίως στη δημιουργική ανάπτυξή του, η οποία μπορεί να εξασφαλιστεί από την προσπάθεια ερμηνείας και αλλαγής της πραγματικότητας, από την αντιπαράθεση με την αστική ιδεολογία, από τον γόνιμο διάλογο με ριζοσπαστικά-αντικαπιταλιστικά ρεύματα, από τη συγχώνευση με τη συλλογική σοφία της αντικαπιταλιστικής πράξης και πάλης.

* Εδράζεται σε «καύσιμα» που προκύπτουν από τα νέα δεδομένα της ταξικής πάλης, το σύγχρονο στάτους του καπιταλισμού αλλά και της εργατικής τάξης, τις επαναστατικές δυνατότητες που απορρέουν από αυτά.

* Στέκεται απέναντι στην ιστορία κριτικά, υλιστικά, διαλεκτικά. Αντλεί πολύτιμα συμπεράσματα τόσο από τη νίκη των Μπολσεβίκων όσο και από τη νόθευση της επαναστατικής τους απόπειρας με στοιχεία ξένα προς τον κομμουνισμό, που οδήγησαν στο τέλος –υπό την πίεση και της αντεπανάστασης, εξωτερικής και εσωτερικής– στην ακύρωση της επαναστατικής δυναμικής και στη διαμόρφωση ιδιότυπα εκμεταλλευτικών κοινωνιών.

* Αντιμετωπίζει την κομμουνιστική απελευθέρωση ως συλλογική δημιουργία των μαζών και όχι ως κατασκεύασμα του δοκιμαστικού σωλήνα ή γραφειοκρατικών μηχανισμών.

Ο κομμουνισμός και ο επαναστατικός δρόμος

Μας εμπνέει ένας κομμουνισμός καθημερινά παρών ως κίνημα ανατροπής και δημιουργίας – όχι ένας κομμουνισμός που υπάρχει μόνο ως επαναστατική «Δευτέρα Παρουσία» ή απλή διακήρυξη και πρόγραμμα για κλειστές ομάδες των μυημένων.

Αυτή η αντίληψη για τον κομμουνισμό περιλαμβάνει τόσο τη βαθιά κριτική του καπιταλισμού, όσο και την ιχνογραφία της απελευθερωτικής κοινωνίας. Ο πραγματικός πίνακας, το ολοκληρωμένο έργο θα φιλοτεχνηθεί από την ίδια τη δημιουργική δράση και πρωτοβουλία των μαζών μετά την επανάσταση και την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας.

Στην αντίληψή μας, ο κομμουνισμός αποτελεί κόκκινο νήμα που διαπερνά την πράξη του παρόντος, φάρο, οδηγό και μέτρο της. Συνδέεται αξεχώριστα με τον δρόμο μέσα από τον οποίο θα οδηγηθούμε στο κομμουνιστικό μέλλον. Δρόμο επαναστατικό, που έχει ως κορυφαία στιγμή το επαναστατικό άλμα, αλλά χαρακτηρίζεται και από την επαναστατική δράση στο παρόν, την επαναστατική τακτική –την πάλη για τα «καθημερινά» ζητήματα, στη σύνδεσή της με την επανάσταση.

Το αστικό καθεστώς, το κεφάλαιο δεν θα εκχωρήσουν χωρίς σκληρή αντίδραση την εξουσία και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των μισθωτών. Έτσι, για να κατακτηθεί οτιδήποτε, από την πιο μικρή βελτίωση έως την πλέον ριζική αλλαγή απαιτείται σκληρός αγώνας, μαζική επαναστατική δράση.

Αυτός και μόνο ο δρόμος μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, σε αντίθεση με τις προτάσεις οι οποίες μιλούν για βαθμιαία μετάβαση στον σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθμίσεων, που αναζητούν «τρίτους δρόμους» ή «επαναστατικές» διαδικασίες που τάχα μπορούν να αντιμετωπίσουν πρώτα κάποια «δευτερεύουσα» και ύστερα τη βασική αντίθεση.

Ο δικός μας δρόμος είναι ανατρεπτικός και επαναστατικός. Περιλαμβάνει –χωρίς να ταυτίζει– σε διαλεκτική σύνδεση και τη ριζοσπαστική ανατρεπτική πάλη στο παρόν και το ποιοτικό άλμα της επανάστασης.

Δεν φανταζόμαστε την επανάσταση ως μονόπρακτο, πράξη μειοψηφιών ή μια νέου τύπου «έφοδο σε χειμερινά ανάκτορα». Θα είναι πιο σύνθετη διαδικασία – πάντα ωστόσο ένα άλμα- που θα επιβληθεί από τη συνειδητή δράση εκατομμυρίων και θα κρίνει το ποιος έχει την πολιτική εξουσία: η αστική τάξη ή η εργατική τάξη σε συμμαχία με τα άλλα καταπιεζόμενα κι εκμεταλλευόμενα στρώματα.

Γνωρίζουμε ότι το μέλλον της επανάστασης θα κριθεί και από το εάν αντίστοιχες διαδικασίες γίνουν σε πολλές χώρες. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από την επαναστατική πάλη στη χώρα μας εν αναμονή αντίστοιχων διεθνών διαδικασιών.

Ο κομμουνισμός από τον οποίο εμπνεόμαστε είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένος με τα υποκείμενα και τους φορείς του. Αναπτύσσεται όσο οικοδομούνται από σήμερα μορφές συλλογικής συσπείρωσης, πάλης και δημιουργίας της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων στρωμάτων σε κάθε επίπεδο.

Από την επανάσταση στην κοινωνία της κομμουνιστικής χειραφέτησης

Η επιτυχής έκβαση της επανάστασης σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία και η διεύθυνση της κοινωνίας περνούν από τα χέρια της εκμεταλλευτικής μειοψηφίας στα χέρια της συλλογικά δρώσας κοινωνικής πλειοψηφίας.

Σημαίνει ότι τσακίζονται οι μηχανισμοί του αστικού κράτους και οικοδομούνται νέοι θεσμοί εξουσίας, οι οποίοι φέρνουν στο προσκήνιο τον οργανωμένο λαό. Θεσμοί που αναδεικνύονται στην πορεία προς την επανάσταση και στην ίδια την επανάσταση ή θα αναδειχτούν μετά από τη νίκη της. Κι επίσης θεσμοί που εξασφαλίζουν, από τη μια, την προστασία της επαναστατικής διαδικασίας απέναντι στην εγχώρια και διεθνή αντίδραση και, από την άλλη –και αυτό είναι το κύριο-, εξασφαλίζουν την πραγματική εμπλοκή των μαζών στη διεύθυνση των κοινωνικών υποθέσεων.

Σημαίνει, ταυτοχρόνως, ότι καταργείται η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και ότι τα βασικά μέσα παραγωγής μετατρέπονται σε συλλογική ιδιοκτησία. Ότι καταργείται η σχέση μισθωτής εκμετάλλευσης. Οι εργαζόμενοι πλέον λειτουργούν ως παραγωγοί κοινωνικού πλούτου για λογαριασμό όλης της κοινωνίας, όχι ως παραγωγοί υπεραξίας για τους κεφαλαιοκράτες.

Η επικράτηση της επανάστασης, ωστόσο, δεν σημαίνει τελεσίδικη νίκη της, ούτε οδηγεί αυτόματα σε μια κοινωνία κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Σημαίνει πέρασμα σε μια νέα περίοδο της ταξικής πάλη, κατά την οποία τα εγχώρια και διεθνή στηρίγματα του καπιταλισμού θα πασχίζουν για την αστική παλινόρθωση, ενώ οι επαναστατικές δυνάμεις θα αγωνίζονται για τη μετάβαση στην πλήρη κοινωνική χειραφέτηση, την κατάργηση κάθε είδους καταπίεσης, εκμετάλλευσης, κρατικής κυριαρχίας, αλλοτρίωσης και διακρίσεων.

Τι θα κρίνει αυτή τη μετάβαση;

Ένας συνδυασμός που θα αποκρούει τη δράση των αντιπάλων της επαναστατικής διαδικασίας και, κυρίως, θα την αναπτύσσει. Στις δεύτερες περιλαμβάνονται η νίκη της επανάστασης και σε άλλες χώρες, η οικοδόμηση θεσμών συλλογικής αυτοδιεύθυνσης, η πορεία ξηλώματος κάθε αστικού, εκμεταλλευτικού ή καταπιεστικού καταλοίπου (π.χ. διακρίσεις με βάση το φύλο, τη φυλή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό), η μορφωτική και πολιτιστική άνθηση.

Στο πλαίσιο αυτό, πιστεύουμε ότι σε μια κοινωνία κουμμουνιστικής απελευθέρωσης:

* Κατοχυρώνεται η κοινοκτημοσύνη, η συλλογική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, στους φυσικούς πόρους και στα δημόσια αγαθά, με θεσμούς και μορφές που η ίδια η δράση των μαζών θα αναδείξει.

* Καταργείται κάθε μορφή ή σχέση εκμετάλλευσης, αρχής γενομένης από τη σχέση μισθωτής εκμετάλλευσης. Έτσι, η εργασία γίνεται προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και όχι καταναγκαστική δραστηριότητα για ατομικό βιοπορισμό, δρόμος αυτοπραγμάτωσης και όχι αλλοτρίωσης. Τελικός στόχος είναι η κατάργηση της αλλοτριωτικής-αποξενωτικής εργασίας και της διάκρισης χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας.

* Η παραγωγή –το περιεχόμενο, τα μέσα, οι ρυθμοί– οργανώνεται με κριτήριο και στόχο την εξυπηρέτηση των συλλογικά σχεδιασμένων αναγκών και των αναγκών των παραγωγών. Οι σχέσεις των ανθρώπων στην παραγωγή διακρίνονται από συνεργατικό πνεύμα, ενώ η διεύθυνση της παραγωγής είναι συλλογική υπόθεση – των άμεσων παραγωγών και της κοινωνίας συνολικά.

* Καταργούνται οι μηχανισμοί της αγοράς και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις σε όλα τα αγαθά.

* Αυξάνει ο ελεύθερος χρόνος, που πλέον μετατρέπεται σε μέτρο του πλούτου της κοινωνίας, και ταυτοχρόνως απελευθερώνεται από τα αστικά δεσμά τόσο ο εργάσιμος όσο και ο εξωεργασιακός, που πλέον μπορεί να αξιοποιηθεί για πολιτισμική, μορφωτική, καλλιτεχνική ανάπτυξη και δημιουργία, για αναψυχή και άθληση, για δημιουργικές ανθρώπινες σχέσεις, για συμμετοχή στις δημόσιες υποθέσεις.

* Απελευθερώνονται ο πολιτισμός, η επιστήμη, η μόρφωση, καθώς απαλλάσσονται από σκοταδιστικά, ελιτίστικα ή φορμαλιστικά πρότυπα και αγοραίες και καταπιεστικές σκοπιμότητες.

* Ο κοινωνικός πλούτος, τα υλικά, άυλα και πολιτισμικά αγαθά, κατανέμονται δίκαια και ισότιμα σε όλους τους πολίτες. Μέσα από μια πορεία, θα γίνεται πράξη το: «Ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Αυτή η ισοτιμία δεν ταυτίζεται με την ισοπέδωση ή την απόλυτη ομοιομορφία, στηρίζεται σε δημιουργικούς ανθρώπους, με ιδιαίτερη προσωπικότητα.

* Η διεύθυνση όλων των υποθέσεων στην κομμουνιστική κοινωνία είναι υπόθεση των ίδιων των πολιτών. Στον βαθμό που προωθούνται η επαναστατική διαδικασία και εδραιώνονται οι χειραφετητικοί μετασχηματισμοί μετά την επανάσταση, η εργατική εξουσία και οι θεσμοί της (ως ιδιαίτερη μορφή κράτους) θα οδηγούνται στην απονέκρωση και τον μαρασμό.

* Η καθιέρωση μορφών και δομών άμεσης συμμετοχής και δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα, η πλήρης και ανεμπόδιστη ελευθερία του λόγου, του τύπου, της άποψης, της πολιτικής/κομματικής δράσης, ο συνδυασμός άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι έννοιες ταυτισμένες με τον κομμουνισμό και αποκτούν σε αυτόν την πραγματική τους διάσταση, υπερβαίνοντας την ψευδεπίγραφη δημοκρατία του αστικού κοινοβουλευτισμού. Η αιρετότητα, η ανακλητότητα, η αμοιβή με τον μέσο κοινωνικό όρο, η εναλλαγή, η πλήρης διαφάνεια και ο δημόσιος έλεγχος δίνουν άλλη διάσταση στην έννοια των δημόσιων λειτουργιών και λειτουργών και διευκολύνουν την αποτροπή του σφετερισμού του κοινωνικού πλούτου και των γραφειοκρατικών παρεκκλίσεων.

* Στο πλαίσιο μιας τέτοιας κοινωνίας, ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία θα αντικατασταθούν από τον ένοπλο και αυτοοργανωμένο λαό, ώστε να είναι εφικτή η υπεράσπιση του κομμουνισμού από κάθε είδους επιβουλές, ενώ παράλληλα η συλλογική πειθώ, η πρόληψη και η αποτροπή θα έχουν προβάδισμα έναντι των μηχανισμών πειθάρχησης και αστυνόμευσης, για να διατηρείται ένα πλαίσιο συμπεριφοράς συμβατό και όχι αντιπαραθετικό προς τις κομμουνιστικές αρχές.

5. Υποκείμενο και πρωτοπορία.

Εργατική τάξη και κόμμα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης

Η συγκρότηση ενός κομμουνιστικού κόμματος προκύπτει από την ανάγκη συνολικής προγραμματικής κομμουνιστικής απάντησης στις προκλήσεις του σύγχρονου καπιταλισμού και δεν αποτελεί αυθαίρετο αυτοσκοπό. Ένα κομμουνιστικό πρόγραμμα πρέπει να προσγειώνεται στην πολιτική πρακτική και να συμπυκνώνεται σε πολιτική οργάνωση και δεν μπορεί να αιωρείται στη σφαίρα μόνο των ιδεών και των τελικών σκοπών. Ένα κομμουνιστικό κόμμα εστιάζει στο μετασχηματισμό της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε υλική δύναμη ανατροπής του καπιταλισμού, και όχι απλά στα σύμβολα ή στην οργανωτική αυτοσυντήρησή του.

Η θεωρητική ταυτότητα του κομμουνιστικού κόμματος είναι ο επαναστατικός μαρξισμός, όχι ως αποστεωμένα «ιερά κείμενα», αλλά ως ένα σώμα ιδεών με βασικούς κόμβους το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό, τον κεντρικό ρόλο της εκμετάλλευσης, των τάξεων και της ταξικής πάλης, που αντιπαρατίθεται σε όλες τις εκδοχές της αστικής ιδεολογίες, παλιές και νέες. Καθώς ο στόχος είναι η καθολική, παγκόσμια απελευθέρωση από τα δεσμά του κεφαλαίου, έχει σημαία του τον εργατικό διεθνισμό. Στο πλαίσιο αυτό αξιοποιείται όλη η θεωρητική κληρονομιά του επαναστατικού μαρξιστικού ρεύματος, πρώτα απ όλα του Λένιν, που με την πολιτική και θεωρητική συνεισφορά του έβαλε τις βάσεις για την ανάπτυξη του μαρξισμού στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, αλλά και των Λούξεμπουργκ, Λούκατς, Γκράμσι, και σύγχρονων επαναστατικών μαρξιστικών ρευμάτων.

Το κομμουνιστικό κόμμα απορρίπτοντας κάθε μεταρρυθμισμό, παλιό και νέο, ακολουθεί τον επαναστατικό δρόμο καθώς μόνο με την επαναστατική τομή της συντριβής του αστικού κράτους μπορεί να αρχίσει η οικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Ωστόσο, δεν περιμένει την επανάσταση ή την επαναστατική κατάσταση να έρθουν όταν ωριμάσουν οι συνθήκες ή/και σαν αποκαλυπτικό συμβάν, αλλά τις προετοιμάζει με την επαναστατική τακτική κάθε στιγμή και για κάθε ζήτημα. Αγωνίζεται για κατακτήσεις, ρωγμές και ουσιαστικές βελτιώσεις της θέσης των εργαζομένων σήμερα. Ενοποιεί τους εκμεταλλευόμενους και τους καταπιεζόμενους σε ταξική βάση ενάντια στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στην αστική τάξη καθώς κάθε καταπιεστική σχέση συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την εκμετάλλευση. Δεν θεωρεί καμία καταπίεση δευτερεύουσα, αντίθετα τις αντιπαλεύει συνολικά ως πλευρές και εκδηλώσεις της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Παλεύει για την ισοτιμία των δύο φύλων, συνολικά ενάντια σε κάθε διάκριση λόγω φυλής, φύλου ή σεξουαλικού προσνατολισμού, και στο εσωτερικό του διαμορφώνει από τώρα τέτοιες σχέσεις.

Ο αναγκαίος εργατικός χαρακτήρας του κομμουνιστικού κόμματος και η σημασία που δίνει στο εργατικό κίνημα εκφράζεται και στην οργανωτική του συγκρότηση, κατά προτεραιότητα σε κλαδική παραγωγική βάση προσανατολίζοντας τα μέλη του σε συνολική πολιτικό – θεωρητική εργατική επαναστατική δράση και όχι στη συντεχνιακή οικονομίστικη στενότητα. Το κομμουνιστικό κόμμα απευθύνεται στη νέα γενιά της εργατικής τάξης, επιδιώκοντας αυτή να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην κομμουνιστική επανεξόρμηση του 21ου αιώνα όντας στο επίκεντρο των εργασιακών αναδιαρθρώσεων και της αστικής κατεργασίας της ψηφιακής πλασματικής πραγματικότητας.

Η κομμουνιστική οργάνωση συγκροτείται στη βάση της εργατικής δημοκρατίας, όπως περιγράφουμε στο κείμενο Αρχών. Πρώτα απ΄ όλα πάνω στη θεωρητική στρατηγική συμφωνία των μελών αλλά και τη συμφωνία στους βασικούς δρόμους της επαναστατικής τακτικής. Η εθελοντική ένταξη, ο ελεύθερος δημοκρατικός διάλογος, ο σεβασμός στην κάθε άποψη έχουν νόημα μόνο αν συμπληρώνονται με την συνειδητή πειθαρχία στην υλοποίηση των αποφάσεων, τον ενιαίο οργανωτικό σχεδιασμό, τη συγκέντρωση δυνάμεων και την ενότητα δράσης. Το κομμουνιστικό κόμμα είναι μάχιμη οργάνωση που αντιμετωπίζει την αστική πολιτική και το κράτος. Παρά τον φαινομενικό πλουραλισμό της αστικής πολιτικής και την αποθέωση του ατόμου, η πρώτη είναι εξαιρετικά άκαμπτη και μονολιθική όσον αφορά στις βασικές της επιδιώξεις (κερδοφορία του κεφαλαίου, υποταγή της εργατικής τάξης, ευρωνατοϊκός προσανατολισμός κτλ.) και το αστικό κράτος συγκεντρωτικό και βίαιο στην επιβολή της. Απέναντι σ’ αυτούς τους αντιπάλους η κομμουνιστική οργάνωση δεν μπορεί να μοιάζει με λέσχη συζητήσεων που δεν δεσμεύουν κανέναν.

Η πολιτική ανεξαρτησία του κομμουνιστικού κόμματος από τους αστικούς θεσμούς προϋποθέτει την οικονομική στήριξη από τα μέλη του σε τακτική μηνιαία βάση καθώς και την οικονομική δουλειά στον περίγυρο της πολιτικής επιρροής.

6. Κοινωνικές αντιστάσεις και πολιτικές διεργασίες

Αν η συζήτηση για μια σύγχρονη κομμουνιστική απάντηση στις αρχές του 21ου αιώνα στην καλύτερη περίπτωση έβρισκε καταφύγιο σε ακαδημαϊκά συνέδρια και σε φιλοσοφικούς κύκλους γύρω από την «ιδέα του κομμουνισμού», σήμερα, 20 χρόνια μετά, μπορεί να τεθεί με αρκετά διαφορετικούς όρους.

Ο λόγος είναι ότι η συζήτηση αυτή τροφοδοτείται από μια σημαντική άνοδο του κοινωνικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού από άκρη σε άκρη της γης. Τα τελευταία χρόνια σημαδεύτηκαν από την παρατεταμένη λαϊκή εξέγερση στη Χιλή, τη μεγάλη και παρατεταμένη κοινωνική αναταραχή στη Γαλλία τόσο με νέες μορφές όπως τα «Κίτρινα Γιλέκα», όσο και με πιο «παραδοσιακά όπλα», όπως τις μεγάλες απεργίες σιδηροδρομικών και εκπαιδευτικών, αλλά και τις μεγάλες αναταραχές στον λεγόμενο τρίτο κόσμο (Ιράκ, Λίβανο, Ινδονησία Μιανμάρ κ.α.) όπου οι «από κάτω» έδειξαν ότι δεν είναι διατεθειμένοι να δεχτούν τη μισή ζωή που τους προορίζουν.

Ο κωρονοϊός φάνηκε να βάζει φρένο σε αυτό το παγκόσμιο φαινόμενο, αλλά μόνο προσωρινά. Όπως φρόντισε να μας υπενθυμίσει χαρακτηριστικά το πρωτοσέλιδο των Times του Λονδίνου με αφορμή τις απεργίες στην Amazon, «ο ιός ξυπνά την πάλη των τάξεων».

Αλήθεια, πριν από κάποιες δεκαετίες ποιος θα πόνταρε τα λεφτά του ότι εν έτει 2020 ο πλανητάρχης θα αναγκαζόταν να φυγαδευτεί σε καταφύγιο λόγω της εκρηκτικής κατάστασης στις Η.Π.Α., όπου η αποτρόπαια ρατσιστική δολοφονία του Τζ. Φλόιντ, έβγαλε στην επιφάνεια ευρύτερη ταξική και φυλετική οργή;

Τα κοινωνικά κινήματα των τελευταίων χρόνων εμφανίζουν ορισμένα κοινά ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως η μεγάλη διάρκεια, η μαχητικότητα των αγώνων, η γενική πολιτική προσέγγιση που δεν περιορίζεται στη διεκδίκηση ορισμένων στόχων, οι τάσεις (μειοψηφικές) συνολικής εναντίωσης στο αστικό πολιτικό σύστημα. Παραμένει ωστόσο η γενική εικόνα του εγκλωβισμού στο αστικό κοινοβουλευτικό παιχνίδι όπως για παράδειγμα καταγράφηκε μέσω των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ ή μέσω των Εργατικών στη Βρετανία. Ενδιαφέρον έχει η αναζήτηση συνολικού πολιτικού ρόλου προωθημένων τομέων του κινήματος, με αρκετή μάλιστα επιτυχία όπως φάνηκε στα αποτελέσματα για την Συντακτική Συνέλευση στη Χιλή.

Ξεχωρίζει ο πρωταγωνιστικός ρόλος της νέας γενιάς που όχι απλώς ξέρει ότι θα ζήσει χειρότερα από τις προηγούμενες, αλλά δεν μπορεί στοιχειωδώς να δει κάποια θετική προοπτική στον ορίζοντα. Οι κινηματικές εξάρσεις έπεσαν φυσικά από τον ουρανό αλλά εκφράζουν μια διαδοχικότητα όπου οι πρωτοπορίες που γεννιούνται φαίνεται να τροφοδοτούν τις επόμενες. Στην Γαλλία τις «όρθιες νύχτες», ακολούθησαν τα «κίτρινα γιλέκα» που με τη σειρά τους έδωσαν την σκυτάλη σε νέους αγώνες. Το σημερινό BLM εκφράζει στοιχεία από πρόσφατα κινήματα στις Ή.Π.Α. όπως το Occupy Wall Street ή το κίνημα των 15 δολαρίων αλλά και την ιστορική αντιπαράθεση με τον ρατσισμό ως θεμελιακό στοιχείο συγκρότησης του Αμερικάνικου κράτους.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής είναι και η άνοδος των φεμινιστικών κινημάτων διεθνώς. Από την Χιλή μέχρι την Πολωνία, γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙΑ βγαίνουν στο δρόμο βάζοντας στο στόχαστρο την έμφυλη καταπίεση και την ακροδεξιά ατζέντα που ακολουθείται από ολοένα και περισσότερες κυβερνήσεις. Αντίστοιχα, με δυναμισμό και κυρίαρχο το ρόλο της νέας γενιάς βγαίνουν στο προσκήνιο αγώνες για περιβαλλοντικά ζητήματα, που είτε αντιτίθενται στη συνολική πολιτική που καταστρέφει τη φύση, είτε και σε επιμέρους πλευρές (Λατινική Αμερική, Ευρώπη κ.α.).

Παράλληλα, πέρα από τα νέα στοιχεία των κινημάτων, εντυπωσιακή είναι και η επιστροφή ορισμένων εκ των πιο αποτελεσματικών εργαλείων στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Η συγκρότηση σωματείου στην καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού, στην Google, οι συνεχιζόμενες απεργίες άνω των 200 εκατομμυρίων εργατών στην Ινδία, αλλά και η μεγαλύτερη σε διάρκεια απεργία στην Γαλλία ακόμα και από τον Μάη του 68, έχουν βαλθεί να αποδείξουν πόσο λάθος έκαναν όσοι βιάστηκαν να ξεγράψουν την εργατική τάξη. Την ίδια στιγμή, η ανατροπή της προσπάθειας για ίδρυση σωματείου εργαζομένων στην Amazon (παρά την στήριξη ακόμη και από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και μερίδα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος), φανερώνει πόσο σύνθετη υπόθεση είναι η ανατροπή του ταξικού συσχετισμού στην καρδιά της παραγωγής.

Η Ελλάδα ακολούθησε μια σχετικά διαφορετική πορεία. Την περίοδο του μεγάλου λαϊκού ξεσηκωμού το 2010-12, ακολούθησε μια παρατεταμένη περίοδος κοινοβουλευτικών αυταπατών και εμπέδωσης ενός ευρύτερου κλίματος ήττας. Στη συνέχεια αναπτύχθηκε τάση σχετικής φυγής από την κεντρική πολιτική αντιπαράθεση και εγκλωβισμού σε επιμέρους μάχες και διεκδικήσεις. Το τελευταίο διάστημα, καθώς ένα σημαντικό ρεύμα ειδικά εντός της νέας γενιάς εμφανίζεται δυναμικά στο προσκήνιο προσπαθώντας να σκιαγραφήσει μια διαφορετική προοπτική. Οι πρόσφατες μάχες ενάντια στην κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας, η αντιπαράθεση με τον κρατικό αυταρχισμό αλλά και με την επίθεση σε θεμελιώδη δικαιώματα στην παιδεία και την εργασία, οι μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην έμφυλη καταπίεση και βία δείχνουν ότι έχουμε μια υπαρκτή αντιστροφή της κατάστασης. Αυτή η άνοδος της κινητικότητας των μαζών οφείλεται καταρχάς στην εκρηκτική όξυνση του κοινωνικού ζητήματος, αλλά και στην χαρακτηριστική αδυναμία του σύγχρονου καπιταλισμού να διαμορφώσει ένα κατάλληλο πολιτικό και ιδεολογικό υπόδειγμα ενσωμάτωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων τροφοδοτεί τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες με τρόπο όχι φυσικά μονοσήμαντα προς τα αριστερά αλλά φουσκώνοντας και τα πανιά όλου του φάσματος της ακροδεξιάς, Η τελευταία, εκμεταλλευόμενη την χρόνια ενσωμάτωση των κυρίαρχων εκδοχών της αριστεράς ειδικά στην Ευρώπη κερδίζει έδαφος.

Ο χρόνιος εκφυλισμός της αριστεράς διεθνώς και το τσαλάκωμα του κύρους της εξηγεί και το φαινόμενο όπου, συχνά νέα ρεύματα ριζοσπαστικοποίησης συγκροτούνται σε απόσταση από την υπάρχουσα αριστερά και τις παρακαταθήκες της, με χαρακτηριστική την περίπτωση των Κίτρινων Γιλέκων ή την πρώτη φάση των πλατειών στην Ελλάδα με την εχθρότητα απέναντι σε κάθε τι οργανωμένο.

Ειδικά πρέπει να συζητήσουμε για τους αγώνες στη χώρα μας. Η σημερινή κατάσταση στο μαζικό κίνημα είναι δύσκολη, καταγράφεται ακόμα μια συνολική υποχώρηση του κινήματος, παρ΄ όλες τις ελπιδοφόρες προσπάθειες, ακόμα και μέσα στην περίοδο των μέτρων-lockdown και την πανδημία και τις σχετικές τάσεις ανάπτυξης μαζικών αγώνων. Θεωρούμε εξαιρετικά ελπιδοφόρο το γεγονός ότι οι δρόμοι πλημμυρίζουν ξανά από νέους και εργαζόμενους (εργατικές κινητοποιήσεις και απεργίες, μαχητικές δράσεις των φοιτητών, συλλαλητήρια για τις λαϊκές ελευθερίες, μεγάλες πορείες στις γειτονιές-περιοχές κατά των μέτρων περιορισμού, για την υγεία, κινητοποιήσεις για το περιβάλλον, αγώνες κατά της έμφυλης βίας, κ.α.).

Βαθιά και στρατηγική είναι στην Ελλάδα η κρίση του αστικοποιημένου συνδικαλισμού, ο οποίος εμφανίζει σημάδια έντονου εκφυλισμού. Καθοριστικές αιτίες της κρίσης του αποτελούν η υποταγή στην αστική πολιτική και η βαθιά αντιδημοκρατική δομή του, έκφραση της οποίας αποτελεί η κυριαρχία του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού και των δυνάμεων του στα περισσότερα συνδικάτα, ιδίως στα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ-Ομοσπονδίες, μεγάλα εργατικά κέντρα). Όλη η πρόσφατη πορεία, από το ασφαλιστικό Κατρούγκαλου, τον αντι-απεργιακό νόμο ΣΥΡΙΖΑ και όλες τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις που προώθησε το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του τα τελευταία χρόνια, με πιο πρόσφατο  κομβικό σταθμό το νόμο Χατζηδάκη, έφεραν την εργατική τάξη σε χειρότερες θέσεις, κοινωνικά και πολιτικά. Το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα με τη γραμμή και το σχέδιο των κυρίαρχων δυνάμεών του, όχι μόνο δεν οργάνωσαν την αντεπίθεση του κόσμου της δουλειάς, αλλά οδήγησαν στο ξεφούσκωμα και την ήττα μια σειρά αγωνιστικά σκιρτήματα, απεργίες και διαθέσεις. Ακόμα και δυνάμεις που δρουν στο όνομα των ταξικών αγώνων και των εργατικών συμφερόντων (όπως το ΠΑΜΕ), συμβιβάστηκαν τελικά με το σχεδιασμό του αστικοποιημένου συνδικαλισμού ή εξάντλησαν εν τέλει την ταξική φρασεολογία τους σε συμβολικές κινήσεις και αγώνες διαμαρτυρίας με τελικό στόχο την κομματική τους ενίσχυση.

Γι΄ αυτό, οι δυνάμεις για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα θεωρούν επείγουσα και απαραίτητη την ανάγκη ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος, την πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση όλων των μορφών δράσης και συσπείρωσης των αγωνιστών/τριων. Ενισχύουν την ταξική πτέρυγα και ανατρεπτική τάση των εργαζομένων και των αγώνων τους, συμβάλλουν στο συντονισμό των ταξικών σωματείων και των εργατικών κινήσεων-σχημάτων, δουλεύουν σταθερά για την ανάπτυξη του πολιτικού περιεχομένου των αγώνων της τάξης και τη δημιουργία μορφών συσπείρωσης και αγώνα που διαμορφώνουν μια νέα ταξική αγωνιστική ενότητα, κόντρα στον αστικοποιημένο συνδικαλισμό και τις κινήσεις «διαμαρτυρίας». Χρειάζεται να ενταθούν οι προσπάθειες συγκέντρωσης πρωτοπόρων εργαζομένων και αγωνιστών/τριων και η συγκρότησή τους σε ανώτερο επίπεδο, ώστε να συνδέονται οι καθημερινοί αγώνες των εργαζομένων με το στόχο της χειραφέτησης από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και του κεφαλαίου. Αντίστοιχα χρειάζεται να κινηθούν οι προσπάθειές μας σε όλα τα επιμέρους κινήματα, συνολικά στο μαζικό λαϊκό κίνημα.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο συνδυασμός των ολοένα και περισσότερο έκδηλων αντιφάσεων του σύγχρονου καπιταλισμού και της μαχητικής επανεμφάνισης του λαϊκού παράγοντα, αρκούν για να καταρρεύσει το σύστημα, και μάλιστα περίπου από μόνο του;

Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο… Ο καπιταλισμός όμως έχει αποδειχθεί ιστορικά πως- σαν το πληγωμένο θηρίο που είναι πιο επικίνδυνο- πάντα επιχειρεί να διατηρεί τις «καταχτήσεις» του «με νύχια και δόντια», με πόλεμο και αίμα. Το σύστημα έχει δείξει την ικανότητα του να εκμεταλλεύεται τέτοιου είδους κρίσεις «δημιουργικά» ώστε να βρίσκεται σε καλύτερη θέση.

Από τη μια, ισχύει ότι η πρωτοκαθεδρία του κεφαλαίου στην παραγωγή και την οικονομία, διαμορφώνει τους όρους για την πολιτική υποταγή των λαϊκών τάξεων.

Από την άλλη, η πολιτική ηγεμονία της αστικής πολιτικής, αν δεν πληγεί με όρους ανεξάρτητης εργατικής πολιτικής και συνολικής αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής προοπτικής, δίνει τη δυνατότητα να «αποσβένεται» η κοινωνική δυσαρέσκεια και να οδηγούνται σε αδιέξοδο οι κινηματικές εξάρσεις, ακόμη και οι πιο ηρωικές.

7. Αναζήτηση για σοσιαλισμό/κομμουνισμό στην εποχή μας

Σε ποιο βαθμό αλήθεια η κοινωνική και κινηματική κινητικότητα και ριζοσπαστισμός, κινείται ή μπορεί να κινηθεί σε μια κατεύθυνση αναζήτησης και δράσης του σοσιαλισμού/κομμουνισμού στην εποχή μας;

Στο Κείμενο Αρχών και Βασικών Κατευθύνσεων υιοθετούμε την μαρξιστική προσέγγιση πως «ο κομμουνισμός είναι το κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων».

Με αυτή την έννοια, ο κομμουνισμός δε συνίσταται απλώς σε ένα «σετ ιδεών», αυτής ή της άλλης σύνθεσης, αν και υπάρχει ένα συνεκτικό και πολύχρωμο φάσμα αξιών που κατά κάποιο τρόπο τον περιγράφουν. Ο κομμουνισμός δεν περιορίζεται, επίσης, σε φαντασιακή περιγραφή ενός ιδεατού μέλλοντος, παρά το γεγονός ότι πράγματι πρέπει να φανταστούμε την κοινωνία και τον κόσμο «αλλιώς», αν θέλουμε να τον αλλάξουμε.

Στην απαιτητική εποχή που βρισκόμαστε, στο βαθμό που αναγνωρίζουμε την ανάγκη για επανίδρυση του κομμουνιστικού κινήματος και της αντεπίθεσης των επαναστατικών ιδεών και της εργατικής πολιτικής, κατανοούμε τον κομμουνισμό ως πολιτικό κίνημα δια μέσου του οποίου η σύγχρονη εργατική τάξη, διαμορφώνοντας συνείδηση της θέσης της αλλά και της δυνατότητάς της, κερδίζει το πάνω χέρι στην ανειρήνευτη ταξική διαπάλη με τον κόσμο του κεφαλαίου, καταλαμβάνει με επαναστατικό τρόπο την πολιτική εξουσία συντρίβοντας το κράτος και απαλλοτριώνοντας τα βασικά μέσα παραγωγής, και εγκαθιδρύει το εργατικό κράτος με πυρήνα θεσμούς εργατικής δημοκρατίας και αυτοκυβέρνησης με βάση τα συμφέροντά της.

Θεωρούμε πως είναι αναγκαίο να θέσουμε αυτό το «μέτρο» και κριτήριο για την πραγματική κατάσταση του εργατικού κινήματος, των αναζητήσεων για σοσιαλισμό/κομμουνισμό στην εποχή μας, αλλά και την «ποιότητα» των σημερινών πολιτικών διεργασιών, καθώς και των ίδιων των δικών μας προσπαθειών.

Στη σημερινή αδυναμία συγκρότησης μάχιμου και υπολογίσιμου κομμουνιστικού κινήματος, καταγράφονται ως όψεις της ίδιας πραγματικότητας, παρά την αυτοτελή τους σημασία, τόσο η σημαντική μεταμόρφωση του καπιταλισμού μέσω τεχνολογικών και παραγωγικών τομών και τάσεων καπιταλιστικής διεθνοποίησης, όσο και η ήττα των ως τώρα σοσιαλιστικών προσπαθειών, είτε με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ είτε με την καπιταλιστική, αυταρχική μετάλλαξη της Κίνας.

Η «δίδυμη» αυτή εξέλιξη, ειδικά μετά τη δεκαετία του ΄90, έκανε δώρο στον παγκόσμιο καπιταλισμό νέες περιοχές καπιταλιστικής ανάπτυξης και εκατομμύρια φτηνού εργατικού δυναμικού, την ίδια ώρα που η συντριβή της καπιταλιστικής εξουσίας σε μια χώρα από τους εργάτες, άρχιζε να φαντάζει σαν χίμαιρα στο πλαίσιο της κινητικότητας του κεφαλαίου, της διαμόρφωσης παγκόσμιων παραγωγικών αλυσίδων και της ισχυροποίησης των υπερεθνικών καπιταλιστικών οργανισμών.

Σήμερα ωστόσο, είμαστε μια μέρα «μετά» από αυτή την πολιτική «στιγμή».

Σε ολόκληρο τον κόσμο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα κοινωνικά προβλήματα στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων συνδέονται με την καπιταλιστική αγορά και διεθνοποίηση που τους αφήνει στα αζήτητα ή με μια μίζερη ζωή χωρίς νόημα. Η φιλολογία και αναζήτηση για σοσιαλισμό/κομμουνισμό ή για το μαρξισμό δυναμώνουν σε όλο τον κόσμο, αν και όχι με τον ίδιο τρόπο και την ίδια σημασία.

Έχει τη σημασία του ότι οι νέοι Αμερικανοί ηλικίας 18-25 ετών θεωρούν θετική και όχι αρνητική την έννοια του σοσιαλισμού. Επίσης, σε σχετική έρευνα στη Μεγάλη Βρετανία το 2017, η πλειοψηφία αυτής της ηλικιακής κατηγορίας τασσόταν υπέρ της επαν-εθνικοποίησης των πρώην επιχειρήσεων «Κοινής Ωφέλειας», ενώ ένα αξιοσέβαστο ποσοστό της τάξης του 30% στρεφόταν κατά της ατομικής ιδιοκτησίας γενικά.

Δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για επαν-ανακάλυψη του κομμουνισμού με τον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε εμείς, αλλά για σημαντικές τάσεις που αντανακλώνται στις πολιτικές διεργασίες. Αναδύονται πολιτικά ρεύματα κριτικής απόρριψης του καπιταλισμού, αν και όχι στην ολότητά του, αλλά κυρίως μέσω αυτού που έχει ονομαστεί νεοφιλελευθερισμός. Δε μας φτάνει, αλλά δεν είναι χωρίς σημασία. Από τη Χιλή ως τη Γαλλία και από τις ΗΠΑ ως το Χονγκ Κόνγκ, ποικίλα μαχητικά κινήματα συνδέονται με δυνάμεις που μιλούν-ψευδεπίγραφα ή ουσιαστικά- στο όνομα της αριστεράς και του σοσιαλισμού.

Τα παραδοσιακά ή νεότευκτα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τόσο γενικά όσο και μέσω των «αριστερών τάσεων» τους, ενσωματώνουν και τελικά ποδηγετούν αυτούς τους προσανατολισμούς. Στις ΗΠΑ, μέσω του ρεύματος του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» του Σάντερς και άλλων, αριστερόστροφες τάσεις εγκλωβίζονται στον Μπάϊντεν και μέσω του κόμματος των Δημοκρατικών «προσγειώνονται» συνολικά στην συστημική καπιταλιστική πραγματικότητα. Οι Βρετανοί των ηλικιών 18-25 ετών ψήφισαν κατά 60% τον Κόρμπιν (Εργατικό κόμμα), ενώ ο Μπάϊντεν «χρωστάει» την εκλογική του νίκη ακριβώς στην ενσωμάτωση των αριστερών και κινηματικών τάσεων. Οι πολιτικοί φορείς που οικειοποιούνται αυτή την πολιτική τάση αποδεικνύουν και στην πράξη ότι δρουν συμπληρωματικά/διαχειριστικά και όχι ανατρεπτικά προς την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων.

Τις αναζητήσεις για σοσιαλισμό και κομμουνισμό αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί «εκ του αντιθέτου» και ο κλασικός συντηρητικός πόλος του αστικού διπολισμού σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί ο φρενήρης αντικομμουνισμός σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, ενώ δεν υπάρχει υπολογίσιμο Κομμουνιστικό Κίνημα, ενώ ξεχωρίζει η εμβληματική δήλωση του Τράμπ στη συνέλευση του ΟΗΕ «εμείς δε θα επιτρέψουμε ποτέ να υπάρξει σοσιαλισμός στις ΗΠΑ και θα ηγηθούμε στην πάλη κατά του κομμουνισμού σε όλο τον κόσμο».

Το ερώτημα είναι αν, σε ποιο βαθμό, με ποια ποιότητα και μέθοδο, το «δικό μας στρατόπεδο» πιάνει το νήμα των αριστερόστροφων πολιτικών τάσεων, φιλοδοξεί να τις μετασχηματίσει σε αναζητήσεις και πολιτικό κίνημα συνολικής αντικαπιταλιστικής διεξόδου και σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής. Στο βαθμό που κυριαρχεί ο περιορισμός στην πολιτική με «π» μικρό και η καταφυγή στα κινήματα, έστω με «Κ» κεφαλαίο, ο πολιτικός εγκλωβισμός στον κάθε φορά λεγόμενο «δημοκρατικό πόλο» του αστικού διπολισμού και τελικά η ήττα θα προκύπτουν ως «φυσικό» αποτέλεσμα.

Οφείλουμε να δούμε αυτές τις διεργασίες όχι στατικά, αλλά στην εξέλιξή τους. Υπάρχει δυσκολία, αλλά δεν έχει και ιδιαίτερο νόημα να κριθούν αποκλειστικά με βάση τα ιστορικά ρεύματα και διαιρέσεις του παρελθόντος. Χρειάζεται να εντοπίσουμε τόσο τις θετικές τάσεις, αλλά και τις αντιφάσεις τους με ενεργό τρόπο.

Συχνά, η απόρριψη του νεοφιλελευθερισμού συμβαδίζει με την αποδοχή ενός φαντασιακού «ενάρετου» καπιταλισμού. Η στάση απόστασης με τη «σοσιαλφιλελεύθερη» σοσιαλδημοκρατία τύπου Μπλερ κλπ. που ταυτίστηκε ανοιχτά με την καπιταλιστική διεθνοποίηση και την αγορά, συμβαδίζει με τη σύνδεση με τον λεγόμενο «δημοκρατικό σοσιαλισμό», την «αριστερή διακυβέρνηση» και το «νέο πράσινο κοινωνικό συμβόλαιο», που δεν διαφοροποιείται ωστόσο θεμελιακά. Πρόκειται για το κυρίαρχο σήμερα ρεύμα, σε πολλές παραλλαγές σε όλο τον κόσμο. Εκφράζεται στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, αλλά και στην εμφάνιση της νέας «ροζ παλίρροιας» στη Λατινική Αμερική (εκλογές σε Μεξικό, Χιλή, Βολιβία, Περού κ.λπ.).

Ο νεοφιλελευθερισμός -στον ένα ή τον άλλο βαθμό- κατανοείται ως μια καταστροφική «επιλογή», ως μια καπιταλιστική εκδοχή που ωστόσο απέναντί του υπάρχει εναλλακτική εντός μιας αναπτυξιακής εκδοχής του καπιταλισμού προς όφελος των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων.

Ο «γόρδιος δεσμός» και ο θεμελιακός καθοριστικός ρόλος του αστικού κράτους, οι δεσμοί αίματος και ισχύος που έχει αυτό με την καπιταλιστική κυριαρχία και ιδιωτική ιδιοκτησία στην παραγωγή, παρακάμπτονται τεχνητά μέσω της κυβέρνησης και των πολιτικών της. Έτσι, η καπιταλιστική ιδιοκτησία και οι μεγάλες πολυεθνικές μένουν άθικτες, αλλά αναζητούνται ταυτόχρονα και παράλληλα και «νέες μορφές ιδιοκτησίας» (μικρές επιχειρήσεις, μικτές, συνεταιριστικές, κοινωνικές, εθελοντικής δράσης κλπ). Η παραδοχή της αδυναμίας κλονισμού της αστικής κυριαρχίας στα βασικά πεδία, συνοδεύεται από την υπόσχεση «κατ’ εξαίρεση δικαιωμάτων» στον ένα ή τον άλλο τομέα, στη μια ή την άλλη κατηγορία της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας που εν τέλει θεωρείται κατατεμαχισμένη και με όλες τις δυνατές ταυτότητες, εκτός από αυτή της εργατικής τάξης ως παραγωγού του πλούτου και ατμομηχανής της κοινωνίας.

Η απόρριψη της όλο και αυξανόμενης κοινωνικής ανισότητας, καθώς και της ανεργίας και επισφάλειας, συνοδεύεται από την αποστροφή στον «κεντρικό σχεδιασμό» και περιορίζεται στην διεκδίκηση του «ελάχιστου» αλλά «εγγυημένου»: Εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα, ελάχιστη κοινωνική ασφάλιση χωρίς προϋποθέσεις, αύξηση του κατώτατου μισθού ή ωρομισθίου κ.ο.κ. Αναζητείται επίσης η θέσπιση «πράσινων» οικολογικών ορίων στην καπιταλιστική ανάπτυξη, η οποία συχνά περιορίζεται μάλιστα σε επιχειρηματική δράση σε αυτό ακριβώς το πεδίο. Την ίδια στιγμή, κεϊνσιανές, νεοκεϊνσιανές και μετακεϊνσιανές θεωρίες βρίσκουν όλο και πιο ισχυρή θέση στη θεωρητική αντιπαράθεση των mainstream ρευμάτων (Πικετί, Κρούγκμαν κ.α).

Στην Ελλάδα, αυτές τις τάσεις επιχειρούν να εκπροσωπήσουν ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΜΕΡΑ25.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει νέα «αριστερή κυβέρνηση» που θα δώσει τη μάχη με το «νεοφιλελευθερισμό». Ωστόσο, στην πράξη, στο «πολιτικό δια ταύτα», υποτάσσεται σαφώς εντός των ορίων της διαχείρισης του αστικού κράτους και συνολικά της αστικής και ειδικότερα της ευρωενωσιακής μνημονιακής πολιτικής. Παρά τις υπαρκτές διαφορές με τη ΝΔ, ειδικά σε ότι αφορά τις μεθόδους άσκησης εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δύναμη σταθεροποιητική για την καπιταλιστική πραγματικότητα και ειδικότερα του πλαισίου ένταξης σε ΕΕ, ΝΑΤΟ/ΗΠΑ.

Το ΜΕΡΑ25 είναι μια συστημική φιλο-ΕΕ, τεχνοκρατική και διαχειριστική δύναμη. Ως κόμμα τονίζει ιδιαίτερα τον «φιλοευρωπαϊκό» του προσανατολισμό και παρά το κάποιο «εναλλακτικό» κινηματικό προφίλ που χτίζει, η κύρια αντίληψή του περιστρέφεται γύρω από τη γνωστή λογική του Βαρουφάκη «ούτε ρήξη – ούτε υποταγή», σε αναζήτηση ενός κάποιου ευρωπαϊκού κοινωνικού συμβολαίου.

Δυνάμεις που μιλούν στο όνομα της κομμουνιστικής αριστεράς και του μαρξισμού, είναι επίσης παρούσες στις σύγχρονες πολιτικές αναζητήσεις σε πολλές χώρες, αν και στις πιο μαζικές εκφράσεις τους χαρακτηρίζονται από τη «νοσταλγική» αναφορά στον «υπαρκτό σοσιαλισμό», με όλο και αυξανόμενη μάλιστα εναπόθεση ελπίδων στην Κίνα. Παρόλο το θετικό φορτίο της παρουσίας και δράσης τους (συχνά ενισχυμένης), διακρίνονται από δύο στρατηγικές αδυναμίες:

Η πρώτη αφορά την ίδια την προσέγγιση για το σοσιαλισμό/κομμουνισμό. Παρά την κρίση και κατάρρευση του σοβιετικού υποδείγματος λόγω κυρίως των δικών του εσωτερικών αντιφάσεων, ο σοσιαλισμός κατανοείται όχι ως μια πορεία μετάβασης προς τον κομμουνισμό, αλλά ως αυτοτελές στάδιο/καθεστώς με κύριο στοιχείο την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Στο πλαίσιο αυτό, ο σοσιαλισμός σχεδόν ταυτίζεται με την κρατικοποίηση, που ωστόσο δεν είναι παρά μόνο η πρώτη, νομικοπολιτική φάση που πρέπει να σηματοδοτεί μια πορεία μετασχηματισμών και εδραίωσης της εξουσίας της εργατικής τάξης στην παραγωγή και όχι το τέλος της.

Ταυτόχρονα, η εναλλακτική προοπτική ταυτίζεται με μια αποξενωμένη και αυταρχική κρατικο-κομματική εξουσία, σε πλήρη τελικά αντίθεση με την ανάγκη ουσιαστικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων στην παραγωγή και εργατικής δημοκρατίας στην εργασία και την κοινωνική και πολιτική ζωή. Το ζητούμενο και η ουσία του κομμουνιστικού μετασχηματισμού δεν είναι απλώς η αλλαγή των συνθηκών εργασίας, ούτε μόνο η αλλαγή ιδιοκτήτη του υπάρχοντος πλούτου και μέσων εργασίας. Είναι ταυτόχρονα και ή ίδια η αλλαγή της ουσίας της εργασίας, της κατεύθυνσης και της οργάνωσης της παραγωγής, των σχέσεων εντός της, των σχέσεων με τη φύση και τελικά ή ίδια η αλλαγή των ανθρώπων με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους σε μια αλληλέγγυα, «πλούσια» σε συλλογικό πολιτισμό κοινωνία.

Η δεύτερη στρατηγική αδυναμία των ρευμάτων του κομμουνιστικού ρεφορμισμού αφορά την ουσιαστική ή μη αντιπαλότητά τους με την αστική τάξη και την πολιτική της σε κάθε χώρα και διεθνώς. Η κληρονομιά της υποβάθμισης της ταξικής και διεθνιστικής θεώρησης των κοινωνικών προβλημάτων οδηγεί σε διαρκή αναζήτηση για μέτωπα με τις «προοδευτικές» τάσεις της «μικρής» ή «πατριωτικής» αστικής τάξης. Εγκλωβίζεται σε κυβερνητικές συνεργασίες συνήθως με το «δημοκρατικό πόλο» των αστικών δυνάμεων, ενώ κοινός παρονομαστής είναι σχεδόν πάντα μια ιδιόρρυθμη «εθνικοποίηση» της πολιτικής τους καθώς στις κρίσιμες στιγμές προτάσσεται -τελικά- το «κοινό συμφέρον της χώρας».

Το ΚΚΕ, συγκεντρώνει ένα ευρύτερο δυναμικό σε κομμουνιστική ρεφορμιστική πολιτική λογική και πρακτική. Παρά τη διακριτή διαφοροποίησή του από άλλα ΚΚ (και αυξανόμενα και από το ΚΚ Κίνας), αδυνατεί να υπερβεί τα στρατηγικά του ελλείμματα. Αυτό αφορά τόσο την αντίληψή του για τον ίδιο τον κομμουνισμό, όσο και τις επιλογές του που δεν συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής τακτικής και στρατηγικής στην Ελλάδα που να τοποθετείται στον αντίποδα της αστικής στρατηγικής και να συνδέει, στην πράξη, τον μαζικό αγώνα με την επαναστατική κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα κρίσιμο ειδικά σήμερα που η αστική τάξη επιχειρεί να συνδυάσει την εμβάθυνση της αστικής μνημονιακής πραγματικότητας με τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της θέσης της στην περιοχή.

Στο πεδίο των ριζοσπαστικών κινημάτων, αυξανόμενη απήχηση έχουν ελευθεριακά ή/και αναρχικά ρεύματα, με όλο και πιο συχνή όσο και αντιφατική αναφορά στον κομμουνισμό. Η ενίσχυσή τους αναπτύσσεται στο φόντο τόσο της χρεωκοπίας του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος όσο και του άδοξου τέλους των πειραμάτων «αριστερής διακυβέρνησης» και την ανάδειξης των ιστορικών ορίων του κλασικού αναρχισμού.

Παρά την αντι-κρατική φρασεολογία και την πλειοδοσία σε επίπεδο κινηματικής πρακτικής ωστόσο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, τα σύγχρονα αναρχικά ρεύματα επικεντρώνονται σε μια μαχητική, αλλά επιμέρους δράση σε πλήθος σημαντικών ζητημάτων, αποφεύγοντας ή υποτιμώντας επικίνδυνα το ζήτημα της  συνολικής εναλλακτικής, τόσο σε ότι αφορά την αποφασιστικά συγκεντρωμένη δράση για την επανάσταση, όσο και το ίδιο το δικαίωμα της εργατικής τάξης να διαμορφώσει τη δική της χειραφετημένη κοινωνία με θεσμούς επιβολής της θέλησής της και τελικά αυτοκυβέρνησής της.

Όσο και αν φαίνεται αντιφατικό, συχνά η «μίνι πρόταση συνολικής (κυβερνητικής) εξουσίας» που συσπειρώνει τα ρεύματα της διαχειριστικής αριστεράς χωρίς ρήξη με το αστικό κράτος και την καπιταλιστική ιδιοκτησία, συναντιέται με τις αναρχικές «σκληρές ρήξεις» και τα «πειράματα χειραφέτησης ανά χώρο», αλλά χωρίς συνολική ρήξη και επανάσταση με την επίκληση της αποτροπής νέων καταπιέσεων.

Ρεύματα επαναθεμελίωσης της αντικαπιταλιστικής πολιτικής, και σύγχρονης κομμουνιστικής στρατηγικής και επαναστατικής τακτικής για αυτήν, αναπτύσσονται επίσης σε όλο τον κόσμο.

Θεωρούμε την προσπάθειά μας μέρος αυτής της τάσης, με επίγνωση ότι ο μετασχηματισμός τους σε κομμουνιστικές οργανώσεις προϋποθέτει ρήξεις με σημερινές ανεπάρκειες, συνειδητή συνένωση δυνάμεων όχι μόνο και κυρίως σε μια θολή αντικαπιταλιστική δράση, όσο, περισσότερο σε μια συνεκτική κομμουνιστική εναλλακτική που της δίνει πραγματική υπόσταση. Προϋποθέτει επίσης ενεργό διάλογο, θεωρητικό και πολιτικό ταυτόχρονα, συντροφικό και βαθύ την ίδια στιγμή, με όλες τις αναζητήσεις σε αριστερή και κομμουνιστική κατεύθυνση. Βασίζεται, τέλος, καθοριστικά στην ανάπτυξη κοινωνικών, κινηματικών και πολιτικών δεσμών με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, ακουμπώντας στα προβλήματά τους, ενισχύοντας τους αγώνες τους, αλλά και παρακολουθώντας τις πολιτικές μετατοπίσεις όχι με όρους αφ’ υψηλού αξιολόγησης, αλλά με στόχο την επίδραση και τον μετασχηματισμό τους.

Αν υπάρχει ένα «μεγάλο μυστικό» στο ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα ήταν η ικανότητά του να δρα εντός των εργατών και των φτωχών (και συχνά αμόρφωτων) ανθρώπων, μένοντας «εκτός» από τις κοινωνικές προκαταλήψεις τους, κληρονομημένες συντηρητικές αξίες ή πολιτικές αφέλειες και αυταπάτες, επιδιώκοντας να τις αλλάξουν.

Οφείλουμε να έχουμε συνείδηση της εποχής μας και να προσεγγίζουμε το ζήτημα της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής με όρους διαλεκτικού υλισμού και εξέλιξης και τομής της πάλης των τάξεων. Οι εργάτες και οι απόκληροι σε όλο τον κόσμο δεν έχουν την «πολυτέλεια» να περιμένουν συζητώντας. Είναι υποχρεωμένοι να μάχονται με ότι όπλα είναι διαθέσιμα, συχνά χρησιμοποιώντας τα κυριολεκτικά εργαλειακά και ευκαιριακά παρά δηλώνοντας σταθερή πίστη σε αυτά.

Η τριπλή κρίση εντός της οποίας είμαστε ανέδειξε την ιστορική αδυναμία του καπιταλισμού να απαντήσει με όρους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων. Κατέδειξε αντίθετα την αντιμετώπιση της κρίσης από μεριάς του ως «ευκαιρίας» για νέα επίθεση σε κοινωνικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Ανέσυρε όμως ταυτόχρονα στην επιφάνεια την ανάγκη της καθολικής κάλυψης χωρίς όρους βασικών κοινωνικών αναγκών, της κοινωνικής ιδιοκτησίας και καθολικής κοινωνικής πολιτικής, της διεθνούς συνεργασίας. Καταξίωσε ταυτόχρονα την εργατική τάξη ως τάξη συνολικά, πέρα από τις διαιρέσεις, τεμαχισμούς και εμφυλίους στο εσωτερικό της που προκαλεί και συντηρεί η αστική τάξη. Ανέδειξε την εργατική τάξη ως τη μόνο τάξη και κοινωνική δύναμη που μπορεί να κρατήσει όρθια την κοινωνία.

Στην Ελλάδα υπάρχει ένα πολυάριθμο πολιτικό δυναμικό που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μπορεί να μπει σε μια διαδικασία διαλόγου και συνάντησης για μια νέα κομμουνιστική οργάνωση και σύγχρονη κομμουνιστική πολιτική και στρατηγική.

Στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς υπάρχουν δεκάδες οργανώσεις με μαχόμενη συμβολή, αλλά με χαρακτηριστική ανεπάρκεια μαρξιστικής ανάλυσης του καπιταλισμού της εποχής μας, προσέγγισης μιας νέας κομμουνιστικής στρατηγικής και διαμόρφωσης αντίστοιχου προγράμματος. Γι’ αυτό το λόγο κυριαρχεί η αδυναμία πολιτικής ενοποίησης με συνεκτικά στρατηγικά χαρακτηριστικά. Υπάρχουν πολλές οργανώσεις που αρχίζουν και τελειώνουν με την κατάταξή τους σε ιστορικές υποδιαιρέσεις του Κομμουνιστικού Κινήματος, οπότε παρά τη σημαντική συνεισφορά τους σε πολλά ζητήματα, θεωρούν πως δεν τις αφορά το ζήτημα ενός κομμουνιστικού προγράμματος (το θεωρούν δοσμένο) ή οργάνωσης, παρά μόνο η κοινή δράση στο κίνημα και πιθανά κάποιο εκλογικό μέτωπο.

Το σχήμα «δημοκρατικές δυνάμεις έναντι της ακροδεξιάς», ηγεμονεύει στις πολιτικές αντιλήψεις πολλών οργανώσεων, γεγονός που οδηγεί στην πράξη στην πολιτική ή κινηματική δορυφοροποίηση γύρω από το ΣΥΡΙΖΑ ή από άλλες εκφράσεις του «δημοκρατικού πόλου».

Άλλες οργανώσεις που μιλούν για την ανάγκη ενός συντονισμού κομμουνιστικών δυνάμεων στην πράξη περιορίζονται και προτάσσουν περισσότερο το ζήτημα εκλογικών πολιτικών μετώπων και συνεργασιών.

Η παρουσία και δράση από ένα, συνεχώς ανανεούμενο, πλήθος ανένταχτων κομμουνιστών/ιών, χαρακτηριστικό φαινόμενο της κρίσης της αριστεράς, σημαντικό τμήμα των οποίων αναζητεί μια ριζοσπαστική κομμουνιστική προοπτική, δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες συσπείρωσης σε ανώτερη στρατηγική βάση και προώθησης πρωτοβουλιών για ένα ανεξάρτητο πόλο των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής και σύγχρονης κομμουνιστικής αριστεράς.

Η συσπείρωση πολιτικών οργανώσεων και ανένταχτων στο πολιτικό μέτωπο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αποτέλεσε θετικό γεγονός με σημαντική επίδραση στη δράση του εργατικού κινήματος και τις διεργασίες στην αριστερά. Από την άλλη, είναι φανερό πως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αντιμέτωπη και με τα δικά της πολιτικά όρια και στρατηγικές αδυναμίες. Δυσκολεύεται να υπερβεί με ενωτικό, δημοκρατικό τρόπο και ταυτόχρονα με στρατηγικό βάθος τη φυσιογνωμία μιας δύναμης ενίσχυσης της αντικαπιταλιστικής τάσης του κινήματος (συχνά μάλιστα χωρίς καν ενιαία δράση των δυνάμεών της). Αδυνατεί να επικαιροποιήσει, να αναβαθμίσει και να ενοποιηθεί στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης που απαιτείται. Η υπέρβαση της κρίσης στην οποία βρίσκεται, στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του αντικαπιταλιστικού μετώπου μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια προγραμματική ανασυγκρότηση και ενωτική – δημοκρατική παρέμβαση που θα αντιστοιχεί στις ανάγκες της περιόδου. Η «Πρωτοβουλία» και το δυναμικό της στρατεύεται στην αναγκαία διαμόρφωση ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου-πόλου της ανατρεπτικής αριστεράς που θα αποτελεί μαχητική δύναμη και θα έχει αναπτυγμένη ικανότητα πολιτικής αντιπαράθεσης με την αστική πολιτική, για μια ισχυρή και ελπιδοφόρα μετωπική αντικαπιταλιστική αριστερά που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι, οι νέοι και οι καταπιεσμένοι.

Θεωρούμε ότι η προσπάθεια για ένα νέο κομμουνιστικό πρόγραμμα και το βήμα συνάντησης κομμουνιστών/ιών σε μια νέα κομμουνιστική οργάνωση, θα παίξει θετικό ρόλο στην επανατοποθέτηση της συζήτησης στο ευρύτερο δυναμικό αγωνιστών/ιών με όρους συνολικής απάντησης στον καπιταλισμό της εποχής μας και κομμουνιστικής στρατηγικής. Ταυτόχρονα θα συμβάλει τόσο στην ανασυγκρότηση του πολιτικού μετώπου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, όσο και στη διαμόρφωση ενός συνεκτικού αντικαπιταλιστικού πολιτικού προγράμματος.

Το πολιτικό ζητούμενο για μας είναι σαφές: συγκέντρωση δυνάμεων που θα συγκρουστούν με την στρατηγική του κεφαλαίου και θα συμβάλλουν στην προσέγγιση της επαναστατικής κατάστασης και της τελικά της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας.

Από αυτή την σκοπιά απαντάμε το ερώτημα τι «πρέπει να κάνει η κομμουνιστική αριστερά», ποια πολιτική μπορεί να δώσει διέξοδο στην κατεύθυνση της ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής.

Κριτήριο αποτελεί η ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε όφελος της εργατικής τάξης και της αντικαπιταλιστικής προοπτικής και όχι από την σκοπιά της «προοδευτικής διακυβέρνησης στα πλαίσια του καπιταλισμού», των «έξυπνων, εφικτών λύσεων στο πλαίσιο της ΕΕ».

Οριοθετούμαστε ταυτόχρονα από λογικές άρνησης κάθε πολιτικής προοπτικής (μέσω ενός αντιπολιτικού κινηματισμού) ή πλήρους διάσπασης τακτικής-στρατηγικής όπου η «στρατηγική» στέκεται στον αέρα, η επαναστατική κατάσταση δήθεν ωριμάζει από μόνη της και η τακτική περιορίζεται σε αμυντικούς οικονομικούς στόχους.

Σήμερα παλεύουμε για την ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής και κυβέρνησης της ΝΔ και συνολικά της καπιταλιστικής επίθεσης. Απορρίπτουμε και συγκρουόμαστε με τις πολιτικές της συναίνεσης, των αστικών εναλλακτικών λύσεων τύπου ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ και της λογικής «όλοι μαζί για να ξεπεράσουμε την κρίση». Ο αγώνας αυτός διεξάγεται στην βάση ενός συνολικού πολιτικού προγράμματος υπεράσπισης των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων και αναγκών σε ρήξη με την στρατηγική του κεφαλαίου και της ΕΕ και στοχεύει στην συγκέντρωση δυνάμεων σε ένα αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο που θα συμβάλλει και θα ηγείται στο αναγκαίο μαζικό πολιτικό εργατικό και λαϊκό κίνημα.

Οι βασικές θέσεις ενός τέτοιου προγράμματος προκύπτουν μέσα από τις φοβερές αντιθέσεις του σημερινού καπιταλισμού και επικοινωνούν με την συνείδηση, τους πόθους και τις ανάγκες πλατιών μαζών της νεολαίας και των εργαζόμενων. Βασικές πλευρές τους είναι:

– Ο αγώνας για την υπεράσπιση και βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης, την αύξηση των μισθών, τη διασφάλιση της εργασίας για όλους/ες με όλα τα δικαιώματα, τη μείωση του χρόνου εργασίας, τη χειραφέτηση των γυναικών, ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση και το βάθεμα της εκμετάλλευσης με στόχο την κατάργησή της.

– Η πάλη για να είναι αποκλειστικά δημόσια αγαθά η υγεία, η εκπαίδευση, η ενέργεια, το νερό, η έρευνα και άλλοι ζωτικοί τομείς, με εθνικοποιήσεις των μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση και με εργατικό και λαϊκό έλεγχο, ενάντια στην κυριαρχία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και των νόμων της αγοράς, για τον περιορισμό τους, με στόχο την κατάργησή τους.

– Η πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες της εποχής μας, για το δικαίωμα του λαού να αποφασίζει για το μέλλον του και να αγωνίζεται, σε ρήξη με το κράτος του «κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού», στην προοπτική του τσακίσματός του.

– Η συνολική αντιπαράθεση και ανατροπή του πλαισίου της διαρκούς μνημονιακής επιτροπείας, της ΕΕ και του χρέους, μονομερής διαγραφή του χρέους, και στη χώρα μας και παντού, συνολική αντιπαράθεση, αντικαπιταλιστική ρήξη/έξοδος από την ΕΕ.

– Η πάλη για την ειρήνη και τη φιλία των λαών στην περιοχή μας και στον κόσμο, ενάντια στους πολεμικούς εξοπλισμούς, στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και στον αντιδραστικό ανταγωνισμό ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης, ενάντια στην επαναχάραξη συνόρων σε στεριά και θάλασσα, τις εξορύξεις ορυκτών καυσίμων. Έξω οι βάσεις, έξω για πάντα από το ΝΑΤΟ.

– Ο αγώνας για μια αρμονική σχέση ανθρώπου-φύσης ενάντια στην καταστροφική εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος από το κεφάλαιο.

– Για την αγροτική παραγωγή και την ύπαιθρο παλεύουμε μαζί την πολυεθνική εργατική τάξη του χωριού και την φτωχή αγροτιά ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου, για την ανατροπή της αντιαγροτικής ΚΑΠ της ΕΕ, για υψηλού επιπέδου διατροφή έξω από τις καπιταλιστικές μεθόδους που γεννούν τις πανδημίες.

Το πρόγραμμα αυτό δεν μπορεί να υλοποιηθεί από καμιά «αριστερή» ή «προοδευτική κυβέρνηση». Είδαμε που οδήγησαν αυτές οι λογικές. Πρέπει να ξεπεραστούν αποφασιστικά οι επιλογές ήττας των κοινοβουλευτικών λύσεων μέσα στα όρια του κεφαλαίου, του αστικού κράτους και των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών (ΕΕ/ΝΑΤΟ) που ηγεμόνευσε στο μεγαλειώδες κίνημα του 2010-15, μέσω της «αριστερής κυβέρνησης», οδηγώντας τελικά στην αφομοίωση, στην απογοήτευση και στην ήττα. Αντίθετα, ο πολιτικός αγώνας για ένα τέτοιο πρόγραμμα ιχνηλατεί τον επαναστατικό δρόμο στο σήμερα, έχει στόχο να οδηγήσει στην ανατροπή της επίθεσης, στην αμφισβήτηση του καπιταλιστικού πλαισίου, στην απόσπαση κατακτήσεων και στην κλιμάκωση του πολιτικού αγώνα ως τον κλονισμό της αστικής κυριαρχίας, την ωρίμανση της επαναστατικής κατάστασης, με στόχο την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας.

8. Προτάσεις για αποφάσεις της Πανελλαδικής Συνάντησης και η πορεία προς μια νέα κομμουνιστική οργάνωση

Και η πιο μεγάλη πορεία ξεκινάει με ένα βήμα…

Έχουμε επίγνωση ότι προχωράμε για ένα πρωτόγνωρο ιστορικό εγχείρημα σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο. Αξιοποιούμε την ιστορική εμπειρία προηγούμενων προσπαθειών και του δικού μας ρεύματος. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι η οργάνωση της συλλογικής  θεωρητικής, πολιτικής και οργανωτικής δουλειάς όλου του δυναμικού που θα συγκροτεί τις επιτροπές πρωτοβουλίας. Αυτό επιχειρούμε και στην πανελλαδική μας συνάντηση.

Με την δημόσια κατάθεση και συζήτηση του «Κειμένου Αρχών και γενικών κατευθύνσεων», όπως και του κειμένου «Η τριπλή κρίση και η απάντησή μας», κάναμε ένα πρώτο βήμα στην κατεύθυνση επεξεργασίας ενός περιγράμματος προγραμματικού περιεχομένου της προσπάθειάς μας και ορισμένων βασικών οριοθετήσεων από άλλες υπαρκτές θεωρητικές και πολιτικές αντιλήψεις.

Με τις ημερίδες και εκδηλώσεις της «Πρωτοβουλίας» μας τα δύο προηγούμενα χρόνια προβάλλαμε δημόσια κυρίως την ανάγκη μιας συσπείρωσης για την προγραμματική αυτή συζήτηση, την τάση και θέληση μας να εκκινήσουμε μια πορεία. Στις συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν σε μια σειρά πόλεις και γειτονιές, ξεκινήσαμε τα πρώτα βήματα συσπείρωσης ενός δυναμικού που ενδιαφέρεται για αυτή την υπόθεση.

Η ίδρυση της «Πρωτοβουλίας Διαλόγου» τον Οκτώβριο 2018 ήταν το αποτέλεσμα και η βάση αυτών των πρώτων βημάτων, μια αναγκαία εκκίνηση της προσπάθειας αυτής. Η συγκρότηση της αντίστοιχης «Πρωτοβουλίας» στη Θεσσαλονίκη επίσης ένα βήμα στη συσπείρωση του δυναμικού, όπως και οι προσπάθειες και συσκέψεις σε μια σειρά πόλεις πανελλαδικά.

Η φάση αυτή της πρώτης συσπείρωσης και των διεργασιών ανακόπηκε αντικειμενικά με την έλευση της πανδημίας από τον Μάρτη 2020 μέχρι και πρόσφατα. Μετά την δημοσιοποίηση του Ανοιχτού καλέσματος-κειμένου 225 υπογραφών αγωνιστών-στριών τον Ιανουάριο 2020, ξεκίνησε η αποτύπωση των βασικών προγραμματικών προσεγγίσεων της προσπάθειάς μας, που αποτυπώθηκε στο «Κείμενο Αρχών και βασικών κατευθύνσεων» που δώσαμε στη δημόσια συζήτηση πριν 1 χρόνο, τον Ιούλιο 2020. Οι βασικές θέσεις του κειμένου παρουσιάστηκαν κεντρικά (Οκτώβρης 2020 Πλ. Πρωτομαγιάς) και σε μια σειρά εκδηλώσεις-συσκέψεις (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ήπειρο). Δημοσιεύθηκαν άρθρα διαλόγου στην ιστοσελίδα μας. Ένα δεύτερο σημαντικό ντοκουμέντο αποτέλεσε το κείμενο για την πανδημία, την τριπλή καπιταλιστική κρίση και την απάντηση των κομμουνιστών, που επίσης παρουσιάστηκε δημόσια (διαδικτυακή εκδήλωση). Η πρώτη διετία ολοκληρώνεται με την Πανελλαδική Συνάντησή μας, έναν σημαντικό πρώτο σταθμό. Ταυτόχρονα, αποτιμούμε την πρώτη φάση με πολλές αδυναμίες και καθυστερήσεις, τόσο αντικειμενικές (περιοριστικά μέτρα, απαγορεύσεις, lockdown), όσο και υποκειμενικές, που αφορούν την αδύναμη ιεράρχηση στην πρωταρχικότητα-αναγκαιότητα της συγκέντρωσης δυνάμεων και την ανώτερου βαθμού συσπείρωση πάνω στο θεμελιακό ζήτημα της διατύπωσης σύγχρονου προγράμματος κομμουνιστικής χειραφέτησης και συγκρότησης φορέα που θα το εκφράζει-αναπτύσσει. Αδυναμίες και ταλαντεύσεις που πρέπει να συζητηθούν και να εκτιμηθούν συλλογικά και να ξεπεραστούν στη νέα φάση μετά την Πανελλαδική Συνάντηση.

Πιστεύουμε ότι αυτή η πρώτη φάση εκκίνησης της προσπάθειας συσπείρωσης και πρώτης αποτύπωσης των βασικών οριζουσών του εγχειρήματος έχει ολοκληρωθεί και χρειάζεται να εισέρθουμε σε μια δεύτερη φάση, με πιο σαφή στοχοθεσία, σχεδιασμό συγκεκριμένων βημάτων και επιτάχυνση των προσπαθειών σε όλα τα πεδία.

Κάνουμε τα επόμενα βήματα

Η Πανελλαδική μας Συνάντηση καλείται να συζητήσει και να καταλήξει σε μια σειρά καθήκοντα για το επόμενο διάστημα:

Α. Ολοκληρώνοντας μια 12-μηνη δημόσια συζήτηση πάνω στο «Κείμενο Αρχών», προτείνουμε σε όλο το δυναμικό που συμμετέχει στην Πανελλαδική Συνάντηση να καταλήξουμε σε συμφωνία στο περιεχόμενο του κειμένου και να αποτελέσει τη βάση συγκρότησης και ανάπτυξης της από εδώ και πέρα προσπάθειάς μας. Όλοι και όλες όσοι συμμετείχαν στις συσκέψεις και την ίδια την διαδικασία της Πανελλαδικής Συνάντησης να δεσμευτούν στο εγχείρημα, αποτελώντας οργανικό και ενεργό κομμάτι – μέλη της Πρωτοβουλίας.

Β. Η Πανελλαδική Συνάντηση αποφασίζει τη συνέχεια της δράσης μας στο εξής ως «Πρωτοβουλία για σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα», αποτυπώνοντας τη νέα, ανώτερη φάση αποφασιστικής συγκέντρωσης δυνάμεων και ανάπτυξης του περιεχομένου μέσα από το διάλογο. Επίσης, η Πανελλαδική Συνάντηση ορίζει με συναίνεση και διάλογο-προτάσεις νέα Πανελλαδική –πια– Γραμματεία της Πρωτοβουλίας μας, η οποία θα συντονίσει τις τοπικές και κλαδικές «πρωτοβουλίες» και πυρήνες, θα προτείνει διαδικασίες και θα εισηγείται θεματολογία και βήματα. Η Γραμματεία είναι συντονιστικό-όχι ακόμα αποφασιστικό-όργανο, με ανοιχτές διαδικασίες.  

Η Πανελλαδική Συνάντηση επίσης ορίζει ομάδες εργασίας πάνω στις βασικές θεματικές που θα αναπτύξουν παραπέρα, θα μελετήσουν και καταγράψουν τα απαραίτητα περιεχομενικά στοιχεία διατύπωσης προγραμματικών θέσεων στην πορεία για το κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα. Οι θεματικές και οι αντίστοιχες ομάδες (ανοιχτές-εργαζόμενες επιτροπές) προτείνεται να είναι:

1. Σύγχρονος καπιταλισμός και πιο ειδικά οι νέες αντιδραστικές τάσεις διαμόρφωσης του καθεστώτος βαθύτερης εκμετάλλευσης καθώς και των εξελίξεων του Ελληνικού καπιταλισμού. Ταξική διάρθρωση και διαμόρφωση της εργατικής τάξης.

2. Η επανάσταση στην εποχή μας και το κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο της. Επαναστατική τακτική και στρατηγική.

3. Η πορεία προς την κομμουνιστική απελευθέρωση, μετεπαναστατική περίοδος και εργατική δημοκρατία.

4. Αρχές και τρόποι λειτουργίας μιας σύγχρονης κομμουνιστικής οργάνωσης. Η φυσιογνωμία και ζωή της.

Γ. Στόχος όλων μας το αμέσως επόμενο διάστημα είναι η συγκρότηση τοπικών και κλαδικών «Πρωτοβουλιών» σε όλες τις βασικές πόλεις και περιοχές πανελλαδικά, αλλά και σε κρίσιμους κλάδους. Στην πορεία μετά την Πανελλαδική Συνάντηση, χρειάζεται να συζητηθεί συγκεκριμένο σχέδιο για την δημιουργία «πρωτοβουλιών» σε κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας-παραγωγής στρατηγικής σημασίας, στους οποίους αποτελεί βασική επιδίωξη και στόχος η συγκρότηση νέων δυνάμεων. Αντίστοιχα χρειάζεται πλάνο εδαφικής συγκρότησης σε πόλεις-δήμους-περιφέρειες.

Οι Τοπικές και κλαδικές «πρωτοβουλίες» βρίσκονται σε άμεση σύνδεση και οργανωτική σχέση με την κεντρική «Πρωτοβουλία», τη γραμματεία και τα μέσα της (Ιστοσελίδα, μέσα κοιν. Δικτύωσης, εφημερίδες, ταμείο, κ.ο.κ.). Οι τοπικές και κλαδικές «πρωτοβουλίες» συζητούν πάνω στο περιεχόμενο της προσπάθειάς μας, προτείνουν και επεξεργάζονται ζητήματα, τροφοδοτούν τις ομάδες εργασίας και τη Γραμματεία. Έχουν πλήρη και αποφασιστικό χαρακτήρα για τις δράσεις και παρεμβάσεις στο χώρο ευθύνης τους. Ορίζουν -αιρετούς και ανακλητούς- αντιπροσώπους για επόμενα πανελλαδικά σώματα-διαδικασίες και τη σύνδεσή τους με την Πανελλαδική Γραμματεία. Λειτουργούν με την αρχή της πλειοψηφίας, κάθε μέλος μία ψήφος. Για όλη την επόμενη περίοδο και με δεδομένο του μεταβατικού χαρακτήρα της πρωτοβουλίας υπογραμμίζεται η ανάγκη για σύνθεση των απόψεων και για επίτευξη κοινής κατάληξης ή ευρύτερων πλειοψηφιών.

Δ. Κάθε τοπική και κλαδική «πρωτοβουλία» και η Πανελλαδική Γραμματεία συζητά και επεξεργάζεται σχέδιο ανάπτυξης οργανωτικών και πολιτικών δεσμών με εργατικούς χώρους και κινηματικές δράσεις. Συμβάλλουμε στα αναγκαία βήματα συσπείρωσης πρωτοπόρων εργαζομένων σε ταξικές κινήσεις για τη χειραφέτηση πανελλαδικά, όπως αντίστοιχα στην συγκέντρωση των πιο πρωτοπόρων και ριζοσπαστικών τάσεων σε όλα τα κινήματα και μέτωπα, στη νεολαία, στην πόλη και το περιβάλλον, στο γυναικείο κίνημα, στο αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό και διεθνιστικό κίνημα, κλπ.

Συμμετέχουμε ως «Πρωτοβουλία» στις πολιτικές μάχες και αναζητήσεις κομμουνιστικής κατεύθυνσης με βάση το περιεχόμενο που αποτυπώνουμε σε κάθε φάση (κατ΄ αρχήν με το «Κείμενο Αρχών» και τα άλλα υλικά μας).

Ε. Όλες οι παραπάνω δράσεις και βήματα στοχεύουν στη συγκέντρωση πρωτοπόρων αγωνιστών/τριων, στην πολιτική και προγραμματική συζήτηση, εμβάθυνση και ενοποίηση του δυναμικού και στην ανάπτυξη της μαζικής και εξωστρεφούς παρέμβασης της προσπάθειάς μας με στόχο και ορίζοντα τη συγκρότηση μιας νέας Οργάνωσης Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης, κόμβο και κρίσιμο βήμα στην πορεία για ένα πρόγραμμα και κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωση στον 21ο αιώνα. Στόχος μας, ο οποίος πρέπει να επανελέγχεται στη βάση των προηγούμενων βημάτων και προϋποθέσεων- είναι ένα Ιδρυτικό συνέδριο της νέας οργάνωσης ένα χρόνο μετά τη Συνάντηση, το καλοκαίρι-φθινόπωρο 2022.

Η Γραμματεία της Πρωτοβουλίας Διαλόγου για σύγχρονο Κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα

Ιούλιος 2021

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: